Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του σπουδαίου D’Angelo, η οικογένειά του ετοιμάζει το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ από το 2014, φέρνοντας στο φως σπάνιες ηχογραφήσεις με τον Michael Jackson και τη Mary J. Blige.
Η σιωπή που άφησε πίσω του ο D’Angelo ήταν πάντα τόσο επιβλητική όσο και η ίδια η μουσική του. Για δεκαετίες, οι θαυμαστές του είχαν συνηθίσει να περιμένουν χρόνια ολόκληρα ανάμεσα στις σπάνιες κυκλοφορίες του, γνωρίζοντας πως κάθε νότα που έβγαινε από το στούντιο ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικής τελειομανίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του στη Νέα Υόρκη από καρκίνο του παγκρέατος, η οικογένεια του καλλιτέχνη αποφάσισε να ξεκλειδώσει το προσωπικό του αρχείο.
Η είδηση επιβεβαιώθηκε από τον μεγαλύτερο αδελφό του τραγουδιστή, Luther Archer, κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής συνέντευξης στον σταθμό Kiss Richmond. Ο Archer αποκάλυψε ότι βρίσκεται ήδη στα σκαριά ένα νέο άλμπουμ, το οποίο βασίζεται σε υλικό που ο D’Angelo προετοίμαζε συνειδητά πριν φύγει από τη ζωή. Μέχρι στιγμής, έξι τραγούδια έχουν ολοκληρωθεί πλήρως, αποτελώντας τη βάση για την πρώτη επίσημη δισκογραφική κυκλοφορία μετά το «Black Messiah» του 2014.
«Ετοιμάζουμε ένα άλμπουμ που πρόκειται να κυκλοφορήσει», ανέφερε ο Luther Archer μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν έξι έτοιμα τραγούδια, αλλά διαθέτουμε επίσης ένα ολόκληρο αρχείο με μουσική που δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ», εξήγησε ο ίδιος.
Στη συνέχεια, ο αδελφός του τραγουδιστή περιέγραψε τη διαδικασία επιλογής του συμπληρωματικού υλικού που θα διαμορφώσει το τελικό αποτέλεσμα. «Προσπαθούμε να βρούμε τι ακριβώς θα προσθέσουμε και τι θα αφαιρέσουμε, αλλά είναι βέβαιο ότι θα έχουμε ένα μετά θάνατον άλμπουμ», συμπλήρωσε.
Αυτά τα πρώτα έξι κομμάτια φέρουν αποκλειστικά τη σφραγίδα του ίδιου του D’Angelo, χωρίς καμία εξωτερική συμμετοχή ή φωνητική σύμπραξη. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη διατήρηση του αρχικού του οράματος, ώστε ο πυρήνας του δίσκου να παραμείνει αδιαμεσολάβητος και απόλυτα προσωπικός. Η οικογένεια εξετάζει προσεκτικά το υπόλοιπο υλικό από τις ηχογραφήσεις, αναζητώντας τα κομμάτια που δένουν αρμονικά με αυτές τις πρόσφατες δημιουργίες.
Ωστόσο, τα σχέδια των κληρονόμων δεν σταματούν στην κυκλοφορία αυτής της νέας δουλειάς. Ο Luther Archer αποκάλυψε ότι υπάρχουν σκέψεις για μια ειδική συλλογή με σπάνιες εκτελέσεις και διασκευές, έναν τομέα στον οποίο ο D’Angelo έδινε πάντοτε ξεχωριστή βαρύτητα. Οι αρχειακές μπομπίνες περιλαμβάνουν δεκάδες ώρες ηχογραφήσεων που αποκαλύπτουν τον πειραματισμό του με κλασικά soul και funk τραγούδια.
Ανάμεσα στα ευρήματα του αρχείου βρίσκονται και ορισμένες συνεργασίες που προκαλούν δέος στους φίλους της R&B. Σύμφωνα με την οικογένεια, υπάρχουν ολοκληρωμένα τραγούδια στα οποία ο D’Angelo μοιράζεται το μικρόφωνο με τη Mary J. Blige αλλά και με τον Michael Jackson. Αυτές οι απρόσμενες συναντήσεις κορυφής παρέμεναν επτασφράγιστο μυστικό, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να έρθουν στο φως.
Η ύπαρξη αυτού του υλικού επιβεβαιώνει όσα υποστήριζαν οι στενοί του συνεργάτες κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Ο Questlove, καρδιακός φίλος και μόνιμος συνοδοιπόρος του πίσω από τα ντραμς, είχε αποκαλύψει ότι ο D’Angelo δούλευε ασταμάτητα στο στούντιο σχεδόν μέχρι την τελευταία του στιγμή. Η δημιουργική του φλόγα δεν έσβησε ποτέ, παρότι οι κυκλοφορίες του παρέμεναν εξαιρετικά σπάνιες και προσεκτικά επιλεγμένες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο τραγουδιστής κυκλοφόρησε μόλις τρία στούντιο άλμπουμ, αφήνοντας πίσω του μια ασυνήθιστα λιτή αλλά βαθιά επιδραστική δισκογραφία. Το ντεμπούτο του με το «Brown Sugar» το 1995 άλλαξε ριζικά το τοπίο της σύγχρονης soul, ενώ το «Voodoo» το 2000 επαναπροσδιόρισε την έννοια του ρυθμού και του groove. Ακολούθησε μια παρατεταμένη παύση δεκατεσσάρων ετών, μέχρι την αιφνιδιαστική επιστροφή με το «Black Messiah» στο τέλος του 2014.
Εκείνη η τεράστια απόσταση ανάμεσα στους δίσκους δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα καλλιτεχνικής ανασφάλειας, αλλά μιας βαθιάς σύγκρουσης με τους μηχανισμούς της βιομηχανίας. Σε μια παλαιότερη συνέντευξή του στο Rolling Stone, ο ίδιος είχε εξηγήσει τους λόγους που τον κράτησαν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Όπως είχε παραδεχτεί, οι αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των εταιρειών απαίτησαν από εκείνον μια επίπονη περίοδο προσαρμογής.
«Ένα μεγάλο μέρος από το βάρος και τον χρόνο που χάθηκε δεν είχε καμία σχέση με εμένα σε μουσικό επίπεδο», είχε δηλώσει τότε ο D’Angelo. «Στην αρχή αφορούσε κυρίως προσωπικά μου ζητήματα, αλλά μόλις αυτά λύθηκαν, η ίδια η βιομηχανία είχε υποστεί μια πλήρη μεταμόρφωση», συμπλήρωσε ο ίδιος.
«Ήταν ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι σε σύγκριση με την εποχή που κυκλοφόρησα το “Voodoo”», είχε προσθέσει ο τραγουδιστής στη συνέντευξή του. «Αν εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τη μουσική, ο δίσκος θα είχε κυκλοφορήσει πολύ νωρίτερα», κατέληξε.
Η διαχείριση μιας τέτοιας καλλιτεχνικής κληρονομιάς αποτελεί ένα εξαιρετικά λεπτό εγχείρημα για την οικογένεια και τους συνεργάτες του. Ο D’Angelo υπήρξε ένας δημιουργός που απέρριπτε κατηγορηματικά τα ημίμετρα, δουλεύοντας κάθε λεπτομέρεια μέχρι την απόλυτη εξάντληση. Το κοινό παρακολουθεί με συγκίνηση αλλά και αγωνία, ελπίζοντας ότι οι νέες κυκλοφορίες θα σεβαστούν το ασυμβίβαστο πνεύμα που τον καθοδήγησε σε ολόκληρη τη ζωή του.
Στα στούντιο όπου ηχογραφήθηκαν αυτά τα τελευταία τραγούδια, οι αναμνήσεις από τις νυχτερινές δοκιμές του D’Angelo παραμένουν ακόμη ζωντανές. Η οικογένειά του κρατά στα χέρια της τα πολύτιμα αρχεία, έτοιμη να χαρίσει στον κόσμο έναν ύστατο αποχαιρετισμό από έναν σπάνιο καλλιτέχνη.
