Η συμμετοχή των Arctic Monkeys στη νέα συλλογή «HELP(2)» της War Child φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη για ανθρωπιστική βοήθεια, ενώ ο Matt Helders μιλά για τη μουσική τους ωριμότητα και τη σημασία της συλλογικής προσφοράς.
Όταν οι Arctic Monkeys αποφασίζουν να σπάσουν τη σιωπή τους, ο μουσικός κόσμος συνήθως κρατά την ανάσα του, αναζητώντας κρυμμένα μηνύματα για το μέλλον. Αυτή τη φορά, όμως, η επιστροφή των βετεράνων της indie σκηνής από το Σέφιλντ δεν αφορά τη δική τους υστεροφημία, αλλά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και επείγον.
Με την κυκλοφορία του «Opening Night», ενός single με χαμηλούς τόνους και έντονη κινηματογραφική αύρα, η μπάντα δίνει το σύνθημα για την έναρξη της νέας φιλανθρωπικής προσπάθειας της War Child, συμμετέχοντας στο πολυαναμενόμενο άλμπουμ «HELP(2)».
Το τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε του την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, αποτελεί το πρώτο δείγμα από μία συλλογή που μοιάζει με το «Who’s Who» της σύγχρονης και κλασικής εναλλακτικής σκηνής.
Υπό την καθοδήγηση του επί σειρά ετών συνεργάτη των Monkeys, James Ford, ο οποίος ανέλαβε χρέη εκτελεστικού παραγωγού, το άλμπουμ συγκεντρώνει ονόματα όπως οι Damon Albarn, Depeche Mode, Pulp, Olivia Rodrigo, Fontaines D.C. και Foals, δημιουργώντας ένα ηχητικό μέτωπο αλληλεγγύης.
Για τους Arctic Monkeys, αυτή είναι η πρώτη τους κυκλοφορία μετά το «The Car» του 2022, και παρόλο που οι φήμες για ένα νέο άλμπουμ ή ακόμα και για το τέλος της πορείας τους οργιάζουν, ο Matt Helders ξεκαθάρισε πως οι προτεραιότητες της μπάντας βρίσκονται αλλού.
Σε μία εκτενή συνέντευξη στον Zane Lowe στο Apple Music, ο Helders ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής σχετικά με τα κίνητρα της επιστροφής τους.
«Δεν επιδιώκουμε ποτέ την προσοχή όταν κάνουμε πράγματα! Δεν είναι αυτό που μας αρέσει στη δουλειά μας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο θα κάναμε κάτι. Πάντα θα υπάρχει κουβέντα γύρω από αυτό, όπως “τι σημαίνει αυτό για το συγκρότημα;”. Θέλουμε απλώς να είναι για αυτούς τους ανθρώπους και για αυτόν τον σκοπό. Αν ο κόσμος μιλάει για αυτό, τότε μιλάει για τη War Child, και αυτό είναι κάπως το νόημα σε όλο αυτό. Νομίζω ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι νιώθουν λίγο έτσι», συνέχισε.
Ο Helders περιέγραψε τη διαδικασία ως μία αυθόρμητη συσπείρωση καλλιτεχνών που άφησαν στην άκρη τις προσωπικές τους ατζέντες και τα προγράμματα των περιοδειών τους.
«Οι άνθρωποι βρίσκονται ανάμεσα σε κύκλους άλμπουμ, εκτός περιοδείας, δεν ανησυχούν για αυτά προς το παρόν. Ας βρεθούμε απλώς όλοι μαζί και ας το κάνουμε αυτό. Όλοι βρήκαν χρόνο στο πρόγραμμά τους για να το κάνουν. Για εμάς, όλοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι πρόκειται για καλό σκοπό. Κανείς δεν είναι αναποφάσιστος για το αν πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά ή όχι. Είναι αυτονόητο για εμάς», εξήγησε ο ντράμερ, δίνοντας το στίγμα μιας μπάντας που, παρά το παγκόσμιο βεληνεκές της, παραμένει γειωμένη στις αξίες της.
Η επανασύνδεση των μελών στο στούντιο περιγράφηκε από τον Helders ως μία φυσική επιστροφή στις παλιές τους συνήθειες. Παρά τους μήνες που μπορεί να μεσολαβήσουν χωρίς να βρεθούν όλοι μαζί, η χημεία τους παραμένει αναλλοίωτη, κάτι που αποτυπώνεται και στο μουσικό αποτέλεσμα.
«Μερικές φορές μπορεί να μην βλεπόμαστε για έξι μήνες, αλλά όταν το κάνουμε είναι σαν να μην χωριστήκαμε ποτέ», παραδέχτηκε. «Έτσι είμαστε με τους ανθρώπους, ο ένας με τον άλλον. Αυτό μεταφράζεται και μουσικά. Περάσαμε μερικές μέρες κάνοντας αυτό και νιώσαμε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα- ότι δεν υπήρχε κενό ανάμεσα».
Η συμμετοχή των Arctic Monkeys στο «HELP(2)» φέρει μαζί της και ένα βαρύ ιστορικό φορτίο. Ο Helders ανακάλεσε στη μνήμη του την κυκλοφορία του θρυλικού πρώτου άλμπουμ «Help» το 1995, στο οποίο συμμετείχαν γίγαντες όπως οι Oasis, οι Blur και οι Radiohead. Για το συγκρότημα, η απόφαση να συμμετάσχουν στη συνέχεια αυτού του εγχειρήματος ήταν μονόδρομος, ειδικά με τον James Ford στο τιμόνι.
«Από τη στιγμή που μάθαμε ότι θα γινόταν και ξέραμε ότι ο James Ford θα οδηγούσε το πλοίο, είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός», ανέφερε. «Έχει εμπλακεί σε ό,τι έχουμε κάνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ήταν αυτονόητο για πολλούς λόγους, με πρώτο τον σκοπό για τον οποίο γίνεται και δεύτερο το διαμέτρημα των ανθρώπων που εμπλέκονται».
Το «Opening Night» δεν είναι μία τυχαία δημιουργία. Σε συνεργασία με τον παραγωγό Loren Humphrey, η μπάντα επέλεξε να μην ακολουθήσει την πεπατημένη μιας διασκευής ή μιας συνεργασίας, αλλά να δημιουργήσει κάτι νέο από τα «συντρίμμια» παλαιότερων ιδεών. Ο Helders αποκάλυψε πως υπήρχαν μέρη του τραγουδιού που θυμόταν από παλιότερες απόπειρες, τα οποία όμως δεν είχαν ολοκληρωθεί ποτέ.
«Δεν είναι μία άλλη εκδοχή κάποιου πράγματος που έχουμε ήδη κάνει, αλλά απλώς ξέρω ότι υπάρχουν στοιχεία του σε αυτό. Όπως συμβαίνει συχνά με εμάς, υπάρχουν πράγματα που επεξεργαζόμαστε για λίγο και δεν είναι ακόμα έτοιμα ή απλώς δεν τα καταφέραμε εκείνη τη στιγμή», ανέφερε.
«Υπάρχουν μέρη του που θυμάμαι, αλλά προφανώς υπάρχει και ο τρόπος με τον οποίο ο ήχος μας έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου και έχει αναπτυχθεί – και η ικανότητά μας. Πάντα επιστρέφω στο γεγονός ότι υπάρχουν κάποια από αυτά τα πράγματα που δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει πριν από 10 ή 15 χρόνια. Εξακολουθούμε να γινόμαστε καλύτεροι σε αυτό που κάνουμε. Όλες αυτές οι αρμονίες, αυτό είναι προφανώς κάτι μεταγενέστερο στην καριέρα μας, το να μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο και να το φέρουμε εις πέρας», περιέγραψε.
Η δυναμική της σχέσης του Mett Helders με τον Alex Turner παραμένει ο κεντρικός πυλώνας της δημιουργικότητάς τους. Παρά το γεγονός ότι ο Helders έχει πλέον και το δικό του προσωπικό project, τους Terrific, η παρατήρηση του Turner στο στούντιο παραμένει μία πηγή απόλαυσης γι’ αυτόν.
«Πάντα απολάμβανα αυτή τη διαδικασία του να το βλέπω να ζωντανεύει. Οι τελικές πινελιές είναι προφανώς εκείνος που μπαίνει μέσα και κάνει τα φωνητικά του. Τότε είναι που μπαίνει περισσότερο στο μικροσκόπιο για μένα. Μπορεί να υπήρξαν πράγματα στιχουργικά που έχασα όταν απλώς κάναμε πρόβες και το δουλεύαμε. Βλέποντάς το με αυτόν τον τρόπο, εξακολουθεί να είναι τόσο διασκεδαστικό όσο την πρώτη φορά», είπε ο ντράμερ.
Η συγκυρία της κυκλοφορίας είναι επίσης σημαδιακή. Στις 23 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από την κυκλοφορία του εμβληματικού πρώτου δίσκου τους, «Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not», ενός άλμπουμ που σημάδεψε μία ολόκληρη γενιά. Αν και οι Arctic Monkeys του 2026 απέχουν έτη φωτός από την ωμή ενέργεια εκείνης της περιόδου, η αφοσίωσή τους στην τέχνη και την κοινωνική προσφορά παραμένει ακλόνητη.
Το «HELP(2)», που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 6 Μαρτίου, δεν είναι απλώς ένα μουσικό γεγονός, αλλά μία υπενθύμιση της δύναμης που έχει η τέχνη να παρεμβαίνει στην πραγματικότητα.
Σε μία εποχή έντονων συγκρούσεων σε μέρη όπως η Παλαιστίνη, η Ουκρανία και το Σουδάν, η δουλειά της War Child για την προστασία και την ψυχική υγεία των παιδιών είναι πιο κρίσιμη από ποτέ. Με την υποστήριξη καλλιτεχνών αυτού του επιπέδου, η ελπίδα είναι ότι το νέο άλμπουμ θα ξεπεράσει την επιτυχία του προκατόχου του, προσφέροντας ανακούφιση εκεί που οι λέξεις και η πολιτική συχνά αποτυγχάνουν.
Για τους Arctic Monkeys, το «Opening Night» είναι η απόδειξη ότι η ωριμότητα δεν φέρνει μόνο καλύτερες αρμονίες, αλλά και μία βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνει να είσαι μέρος ενός κόσμου που χρειάζεται βοήθεια.
