Ο Geddy Lee αναφέρεται με ειλικρίνεια και μία δόση πικρίας στην περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο του Neil Peart, αποκαλύπτοντας την απογοήτευσή του για τους μουσικούς που έσπευσαν να διεκδικήσουν τη θέση πίσω από τα ντραμς των Rush προτού καν στεγνώσει το μελάνι της απώλειας.
Ο Geddy Lee, ο εμβληματικός frontman των Rush, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για μία από τις πιο σκοτεινές και συναισθηματικά φορτισμένες περιόδους της ζωής του, εστιάζοντας στη συμπεριφορά ορισμένων συναδέλφων του μετά τον θάνατο του Neil Peart.
Ο θρυλικός ντράμερ του συγκροτήματος έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2020, μετά από μία γενναία αλλά αθόρυβη μάχη με τον καρκίνο του εγκεφάλου, βυθίζοντας στο πένθος την παγκόσμια μουσική σκηνή και αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στους συνοδοιπόρους του.
Ωστόσο, όπως αποκάλυψε ο Geddy Lee σε πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Classic Rock, η θλίψη της απώλειας συνοδεύτηκε από μία άβολη πραγματικότητα, καθώς πολλοί ντράμερ δεν έχασαν χρόνο και άρχισαν να αυτοπροτείνονται για τη θέση του Peart.
Αυτή η βιασύνη να αντικατασταθεί ένας άνθρωπος που δεν ήταν απλώς ο ντράμερ του συγκροτήματος, αλλά ο πνευματικός και στιχουργικός πυρήνας των Rush, προκάλεσε στον Lee μία έντονη αίσθηση δυσφορίας και αμηχανίας.
«Ήταν μία πολύ περίεργη κατάσταση, σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατο του Neil», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Geddy Lee, περιγράφοντας το κύμα των κρούσεων που δέχθηκε από μουσικούς που ήθελαν να πάρουν τη θέση στο συγκρότημα.
«Δεχόμασταν μηνύματα και τηλεφωνήματα από ανθρώπους που έλεγαν: “Αν χρειαστείτε κάποιον για να παίξει, είμαι εδώ, είμαι διαθέσιμος”», σημείωσε ο κορυφαίος μουσικός, φανερώνοντας την ενόχλησή του για την έλλειψη διακριτικότητας.
Ο Geddy Lee τόνισε ότι αυτή η στάση ήταν ιδιαίτερα σκληρή για τον ίδιο και τον Alex Lifeson, καθώς οι δυο τους προσπαθούσαν ακόμα να συνειδητοποιήσουν ότι ο στενός τους φίλος και συνεργάτης για δεκαετίες δεν ήταν πια στη ζωή.
«Ήταν τόσο αναίσθητο από την πλευρά τους», δήλωσε με έμφαση, προσθέτοντας ότι η κίνηση πολλών ντράμερ να διεκδικήσουν τη θέση του Neil Peart έγινε με έναν τρόπο που στερούνταν κάθε σεβασμού προς τη μνήμη του.
Ο τραγουδιστής και μπασίστας εξήγησε ότι για εκείνον και τον Lifeson, η ιδέα της αντικατάστασης του Peart δεν ήταν καν στο τραπέζι εκείνη τη στιγμή, καθώς η προτεραιότητά τους ήταν η διαχείριση του προσωπικού τους τραύματος.
«Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι κάποιοι σκέφτονταν την καριέρα τους ή μία πιθανή συνεργασία σε μία στιγμή που εμείς θρηνούσαμε την απώλεια ενός αδελφού», ανέφερε ο Lee, δίνοντας μία εικόνα της έντασης που επικρατούσε.
Ο ίδιος εξήγησε ότι, αν και καταλαβαίνει πως για ορισμένους μουσικούς το να παίξουν στους Rush αποτελεί όνειρο ζωής, η χρονική στιγμή που επέλεξαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους ήταν τουλάχιστον άστοχη.
«Ήταν σαν να μην σεβόντουσαν το γεγονός ότι αυτό το συγκρότημα ήταν μία οικογένεια και ότι αυτή η οικογένεια μόλις είχε χάσει ένα μέλος της», πρόσθεσε ο Lee κατά τη διάρκεια της εξομολόγησής του.
Η στάση αυτή ορισμένων μουσικών φαίνεται πως ενίσχυσε την απόφαση των εναπομείναντων μελών των Rush να παραμείνουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας για μεγάλο διάστημα, προστατεύοντας την κληρονομιά του συγκροτήματος.
Ο Geddy Lee ξεκαθάρισε ότι η διαχείριση της απουσίας του Peart είναι μία διαδικασία που συνεχίζεται, και ότι τέτοιες συμπεριφορές μόνο πικρία μπορούν να αφήσουν σε ανθρώπους που έχουν μοιραστεί μία ολόκληρη ζωή στη σκηνή.
Στον επίλογο αυτής της ειλικρινούς αφήγησης, γίνεται σαφές ότι για τους Rush, η μουσική ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσωπική σχέση των μελών της, κάτι που πολλοί εξωτερικοί παρατηρητές απέτυχαν να αντιληφθούν.
Η οργή και η απογοήτευση του Geddy Lee δεν αφορούν μόνο την τεχνική πλευρά της μουσικής, αλλά κυρίως την ανθρώπινη δεοντολογία που θα έπρεπε να κυριαρχεί σε στιγμές τέτοιας βαθιάς και καθολικής θλίψης.
