Ο Ian Anderson και η χαμένη τέχνη της προσοχής.
Ο Ian Anderson των Jethro Tull δεν είναι γνωστός μόνο για τη μουσική ιδιοφυΐα του αλλά και για την ευθύτητα με την οποία εκφράζει τις απόψεις του.
Σε μία νέα συνέντευξή του στη Laura Steele, αναφέρθηκε με ιδιαίτερη ειλικρίνεια στο φαινόμενο της ολοένα και πιο ενοχλητικής συμπεριφοράς των θεατών στις συναυλίες, φαινόμενο που φαίνεται να εξελίσσεται σε παγκόσμια μάστιγα για τους καλλιτέχνες.
Ο Ian Anderson ξεκίνησε την τοποθέτησή του διευκρινίζοντας ότι δεν είναι σωστό να κρίνονται στερεοτυπικά τα ακροατήρια ανάλογα με την εθνικότητά τους.
«Πιστεύω ότι είναι πάντα λάθος να στερεοτυποποιούμε το κοινό με βάση την εθνικότητα. Όμως υπάρχουν σίγουρα διαφορές, και αυτές γίνονται αντιληπτές ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση του καλλιτέχνη και της ίδιας της παράστασης.»
Ο 77χρονος καλλιτέχνης αναγνώρισε ότι παρατηρούνται διαφορές στη συμπεριφορά του κοινού, ανάλογα με τη χώρα ή και το είδος της παράστασης και επεσήμανε πως ακόμα και στον παραδοσιακά σεβαστό χώρο του θεάτρου, έχει δει θεατές να τραβούν βίντεο ή να βγάζουν selfies κατά τη διάρκεια δραματικών παραστάσεων.
Μια τέτοια συμπεριφορά, όπως είπε, όχι μόνο αποσυντονίζει τους ηθοποιούς, αλλά υποβαθμίζει και την ίδια την καλλιτεχνική εμπειρία.
«Μπορώ να σας δώσω ένα παράδειγμα για το πώς είναι τα πράγματα σήμερα στο θέατρο του Λονδίνου. Ξέρω πολλούς ηθοποιούς που είναι πραγματικά αναστατωμένοι», ανέφερε.
«Βγαίνουν στη σκηνή για να παίξουν ένα σοβαρό έργο και υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν τα κινητά τους για να τραβήξουν βίντεο ή selfies, στη μέση μιας σοβαρής θεατρικής σκηνής. Και [οι ηθοποιοί] ενοχλούνται πολύ, και μπορώ να το καταλάβω απόλυτα», συνέχισε.
Ο frontman των Jethro Tull υπογράμμισε επίσης τη σημασία του σεβασμού στην τέχνη και την εμπειρία.
«Ορισμένοι πιστεύουν ότι όλα επιτρέπονται, αλλά πρέπει να δείχνεις σεβασμό προς τους καλλιτέχνες και την ευαισθησία του περιβάλλοντος και του τι πραγματεύεται η παράσταση. Να κάθεσαι και να τρως ποπ κορν κατά τη διάρκεια ενός έργου του Σαίξπηρ δεν είναι καλή ιδέα, πόσο μάλλον να βγάζεις το κινητό σου και να κάνεις ό, τι σου κατέβει», σημείωσε.
Από την εμπειρία του, ακόμα και σε χώρους υψηλού κύρους, το επίπεδο σεβασμού του κοινού έχει μεταβληθεί με το πέρασμα του χρόνου. Οι κινητές συσκευές, όπως υποστηρίζει, αποτελούν τον κύριο παράγοντα αποσύνθεσης της ατμόσφαιρας που επιθυμεί να δημιουργήσει ένας καλλιτέχνης στη σκηνή.
«Στο [Royal] Albert Hall δεν έχω βιώσει φωνές ή ενοχλητική συμπεριφορά, όμως οι καιροί αλλάζουν. Οι στάσεις απέναντι στα κινητά αλλάζουν. Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι ο φωτισμός από την οθόνη ή ακόμα και ένας μικρός ήχος μπορεί να διακόψει μία ήρεμη μουσική στιγμή, να χαλάσει την ένταση», είπε.
Ο Ian Anderson μετέφερε στη συνέχεια μία πιο προσωπική εμπειρία, όπου το κοινό έγινε πολύ εκδηλωτικό με τρόπους που δεν είναι πάντα ευχάριστοι.
«Ήμουν στη Βραζιλία πέρυσι και είχα ξεχάσει πόσο θορυβώδεις μπορεί να είναι οι Βραζιλιάνοι – και κάποιες φορές όχι με ωραίο τρόπο. Σφυρίζουν και φωνάζουν, και αν σε ένα τραγούδι κάποιος δεν το απολαύσει – ίσως και μόνο ένα άτομο στο κοινό – θα αποδοκιμάσει», περιέγραψε.
«Αυτό δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Είναι πραγματικά απογοητευτικό για τον καλλιτέχνη», συμπλήρωσε.
Ο Ian Anderson υπογράμμισε ότι πρέπει να υπάρχει σεβασμός προς τον καλλιτέχνη και τη φύση της κάθε παράστασης και αναφέρθηκε σε περιπτώσει όπως, για παράδειγμα, ο θόρυβος και η ένταση του κοινού είναι θεμιτά και εν μέρει αναμενόμενα, αφού το είδος της μουσικής καλεί σε μία πιο έντονη συμμετοχή.
«Αν πας να δεις τη αποχαιρετιστήρια συναυλία των Black Sabbath αυτό το καλοκαίρι, όπου θα παίζει ο παλιός μου φίλος ο Tony Iommi, περιμένω πως το κοινό θα είναι θορυβώδες, δυναμικό και θα φωνάζει. Και αυτό είναι εντάξει. Είναι οι Black Sabbath. Είναι heavy metal. Αυτό είναι φυσιολογικό», σχολίασε.
Όμως για τους Jethro Tull, που πρεσβεύουν μία πιο προσεγμένη, σχεδόν θεατρική παρουσίαση, η συγκέντρωση, η σιωπή και η απόλυτη προσήλωση του κοινού είναι στοιχεία απαραίτητα για την ολοκλήρωση της εμπειρίας.
«Αν έρχεστε σε μία συναυλία των Jethro Tull, νομίζω ότι καλό θα ήταν να αφήσετε το κινητό στο σπίτι – ή έστω να το κρατήσετε στην τσέπη σας. Θέλουμε το κοινό παρόν, όχι να κοιτάζει μέσα από μία οθόνη», δήλωσε.
Αυτή δεν είναι απλώς μία παρατήρηση περί καλής συμπεριφοράς. Ο Anderson μιλάει για κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να μην αντιμετωπίζεται η τέχνη ως απλό περιεχόμενο προς κατανάλωση.
Σε μία εποχή που κυριαρχεί η διάσπαση της προσοχής και η εμμονή με την καταγραφή της κάθε στιγμής, η άποψή του είναι καθοριστική. Προτρέπει το κοινό να ζήσει τη στιγμή, να βυθιστεί στην εμπειρία και να αφήσει το κινητό στην τσέπη ή, ακόμη καλύτερα, στο σπίτι.
Είναι εμφανές ότι ο Ian Anderson δεν αποζητά απλώς το χειροκρότημα. Ζητά σύνδεση. Ζητά συμμετοχή με ουσία. Και μέσα από αυτή τη θέση, θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα: τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την τέχνη και την ανάγκη να μάθουμε ξανά πώς να είμαστε θεατές με σεβασμό, παρουσία και επίγνωση.
