Ο James Blake μιλά με ειλικρίνεια για την αθέατη πλευρά της μουσικής παραγωγής, με αφορμή το νέο του άλμπουμ «Trying Times» και τη νέα ανεξάρτητη πορεία του.
Ο James Blake επιστρέφει με νέο υλικό και, ταυτόχρονα, ανοίγει μία συζήτηση που σπάνια ακούγεται τόσο καθαρά από καλλιτέχνες του δικού του βεληνεκούς. Με αφορμή την κυκλοφορία του έβδομου προσωπικού του άλμπουμ «Trying Times», ο Βρετανός μουσικός μίλησε για την πραγματικότητα πίσω από την παραγωγή μουσικής, αποκαλύπτοντας ότι η συντριπτική πλειονότητα της δουλειάς του δεν έχει πληρωθεί ποτέ.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε την Παρασκευή 13 Μαρτίου και σηματοδοτεί μία καμπή στην πορεία του. Είναι το πρώτο άλμπουμ μετά το «Playing Robots Into Heaven» του 2023, αλλά και το πρώτο που κυκλοφορεί ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης, έπειτα από τη λήξη της συνεργασίας του με τη Republic Records. Ο ίδιος τοποθετεί το «Trying Times» πολύ ψηλά στην προσωπική του διαδρομή, λέγοντας ότι πρόκειται για «την αγαπημένη μου δουλειά από όλες όσες έχω κάνει».
Η δήλωση αυτή αποκτά μεγαλύτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς το εύρος της καριέρας του. Ο James Blake έχει συνδέσει το όνομά του με μερικά από τα πιο εμβληματικά άλμπουμ της σύγχρονης μουσικής: από το «Lemonade» της Beyoncé και το «Blonde» του Frank Ocean μέχρι το «4:44» του Jay-Z και το «Motomami» της Rosalía. Η παρουσία του δεν περιορίζεται στην υπογραφή του ως καλλιτέχνη, αλλά λειτουργεί συχνά ως ένας αόρατος καταλύτης στον ήχο άλλων.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενικά επιτυχημένη διαδρομή, ο ίδιος περιγράφει μία εντελώς διαφορετική καθημερινότητα. Σε συνέντευξή του στο Rolling Stone, ανέφερε: «Θα έλεγα πως δεν έχω πληρωθεί το 99, όχι 99… το 95% της δουλειάς που έχω κάνει».
Η φράση δεν ειπώθηκε για να προκαλέσει εντυπώσεις. Αντιθέτως, συνοδεύτηκε από μία ψύχραιμη εξήγηση για το πώς λειτουργεί η παραγωγή μουσικής. «Βλέπετε, ως παραγωγός, απλώς πετάς χρώμα, πετάς πράγματα στον τοίχο και περιμένεις να δεις τι θα κολλήσει», εξήγησε, χρησιμοποιώντας μία εικόνα που περιγράφει εύστοχα τη διαδικασία του πειραματισμού.
Αυτή η «ρίψη χρώματος» μεταφράζεται σε αμέτρητες ώρες εργασίας, ιδεών που δοκιμάζονται και εγκαταλείπονται, κομματιών που μένουν στο συρτάρι. Ο Blake το συνδέει με τη γνωστή θεωρία των 10.000 ωρών, λέγοντας: «Θα έλεγα πως τις 10.000 ώρες για τις οποίες μιλάμε, προκειμένου να φτάσει κανείς σε ένα επίπεδο δεξιοτεχνίας σε κάτι, τις πέρασα πιθανότατα κάνοντας πράγματα που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, κάτι που είναι πραγματικά τρελό».
Εδώ αποκαλύπτεται και η πιο σκληρή πτυχή της δουλειάς του παραγωγού. Σε αντίθεση με άλλες μορφές εργασίας, η αμοιβή δεν συνδέεται με τον χρόνο που επενδύεται. «Έτσι λειτουργεί η βιομηχανία· οι παραγωγοί δεν πληρώνονται με την ώρα. Έτσι, μπορείς να αφιερώσεις αμέτρητες ώρες σε ένα κομμάτι και στη συνέχεια η κατεύθυνση ενός δίσκου να αλλάξει», σημειώνει.
Η αστάθεια αυτή δεν αφορά μόνο τους άλλους. Ο ίδιος παραδέχεται ότι μπορεί να συμβεί και στον ίδιο: «Και αυτό μπορεί να συμβεί και σε εμένα. Μπορεί απλώς να ξυπνήσω μία μέρα και να συνειδητοποιήσω: “Ω διάολε, πηγαίναμε σε λάθος κατεύθυνση”. Και τότε, πέντε με δέκα τραγούδια απλώς εξαφανίζονται».
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Τραγούδια που έχουν απορροφήσει χρόνο, ενέργεια και δημιουργικότητα μπορεί να διαγραφούν από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίς να αφήσουν οικονομικό αποτύπωμα. Για τον ακροατή, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει συμπαγές και ολοκληρωμένο. Για τον παραγωγό, όμως, είναι η κορυφή ενός παγόβουνου γεμάτου απορριφθέν υλικό.
Παρά τη σκληρότητα αυτής της πραγματικότητας, ο Blake αποφεύγει τον τόνο της διαμαρτυρίας. Αντίθετα, επιχειρεί να την τοποθετήσει μέσα στο πλαίσιο της ίδιας της βιομηχανίας. «Πρόκειται για μία ασυνήθιστη βιομηχανία, σίγουρα, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αμείβονται τα πράγματα και τον τρόπο με τον οποίο ανταμείβεται ο χρόνος», σχολιάζει.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της τοποθέτησής του. Η μουσική παραγωγή, όπως την περιγράφει, λειτουργεί με όρους που θυμίζουν περισσότερο παιχνίδι πιθανοτήτων παρά μία γραμμική επαγγελματική πορεία. «Νομίζω πως για να αντιμετωπίσεις αυτού του είδους το παιχνίδι των αριθμών, πρέπει να έχεις μία πραγματική εμμονή με τη δημιουργία, με το να φτιάχνεις μουσική», καταλήγει.
Η λέξη «εμμονή» δεν ακούγεται εδώ ως υπερβολή. Περιγράφει μία συνθήκη όπου η επιμονή δεν βασίζεται στην άμεση ανταμοιβή, αλλά στην ίδια τη διαδικασία. Σε ένα περιβάλλον όπου η πλειονότητα της δουλειάς δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα, η εσωτερική ώθηση γίνεται βασικό καύσιμο.
Την ίδια στιγμή, ο James Blake δείχνει να βρίσκεται σε μία περίοδο επαναπροσδιορισμού. Η ανεξαρτητοποίησή του από μεγάλη δισκογραφική εταιρεία και η κυκλοφορία του «Trying Times» σηματοδοτούν μία νέα φάση, όπου ο έλεγχος της καλλιτεχνικής κατεύθυνσης περνά περισσότερο στα δικά του χέρια.
Η επιστροφή του στη σκηνή θα είναι εξίσου δυναμική. Έχει ήδη ανακοινώσει περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη για αργότερα μέσα στη χρονιά, με αφετηρία μία μεγάλη συναυλία στο O2 Academy Brixton του Λονδίνου στις 29 Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, θα ταξιδέψει στη Βόρεια Αμερική για να παρουσιάσει ζωντανά το «Trying Times», ενώ τον Μάιο θα εμφανιστεί στο Radio 1’s Big Weekend στο Sunderland.
Η αφήγηση του Blake δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα για το πώς αποτιμάται η δημιουργική εργασία στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Σε μία εποχή όπου η ταχύτητα κατανάλωσης μουσικής έχει αυξηθεί δραματικά, η αόρατη εργασία πίσω από κάθε κομμάτι παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, εκτός κάδρου.
Ο James Blake, με τη χαρακτηριστική του ηρεμία, φέρνει αυτή την πραγματικότητα στο προσκήνιο χωρίς δραματικές κορώνες. Περιγράφει έναν κόσμο όπου η επιτυχία συνυπάρχει με τη ματαίωση και όπου η αξία της δουλειάς δεν μετριέται πάντα με οικονομικούς όρους.
Στο τέλος, αυτό που μένει είναι μία υπενθύμιση: η μουσική που φτάνει στα αυτιά μας είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας γεμάτης αβεβαιότητα, επιλογές και εγκαταλείψεις. Και πίσω από κάθε τελικό κομμάτι, υπάρχει ένα πλήθος από ιδέες που δεν ακούστηκαν ποτέ.
