Η συνεργασία του Jean-Michel Jarre με τον αστροναύτη – μουσικό που έμελλε να μείνει ημιτελής, η ιστορική συναυλία στο Χιούστον και η κληρονομιά μιας προσωπικότητας που ξεπέρασε τα όρια της γης.
Οι αστροναύτες, όπως γνωρίζουμε, ανήκουν σε μία σπάνια κατηγορία ανθρώπων, προικισμένων με θάρρος και διανοητική διαύγεια που αγγίζει τα όρια του υπεράνθρωπου. Ο Ron McNair, ωστόσο, ήταν ο σπανιότερος ανάμεσα στους σπάνιους. Δεν ήταν απλώς ένας επιστήμονας που δάμασε την έλλειψη βαρύτητας, αλλά ένας άνθρωπος της τέχνης, ένας δεξιοτέχνης της τζαζ που έβλεπε τα άστρα όχι μόνο ως αντικείμενο μελέτης, αλλά και ως μία απέραντη σκηνή για τη μουσική του.
Σαράντα χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα που σημάδεψε την ιστορία της εξερεύνησης του διαστήματος, το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με μία μελωδία που δεν ακούστηκε ποτέ ζωντανά από το κενό, αλλά που αντηχεί αιώνια στη συλλογική μνήμη.
Ο Ron McNair έγραψε ιστορία ήδη από τον Φεβρουάριο του 1984, όταν έγινε ο δεύτερος Αφροαμερικανός που πέταξε στο διάστημα.
Ωστόσο, η δική του πρωτιά είχε μία ιδιαίτερη, καλλιτεχνική χροιά. Παίρνοντας μαζί του ένα κυρτό σοπράνο σαξόφωνο στην αποστολή STS-41B του διαστημικού λεωφορείου Challenger, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έπαιξε ένα μουσικό όργανο σε τροχιά γύρω από τη Γη.
Αυτή η κίνηση δεν ήταν απλώς ένας πειραματισμός, αλλά μία δήλωση: η επιστήμη και η τέχνη δεν είναι δύο αποκομμένοι κόσμοι, αλλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που ονομάζεται ανθρώπινη δημιουργικότητα.
Τέσσερις δεκαετίες πριν, ο McNair βρισκόταν στο κατώφλι μιας ακόμη ιστορικής στιγμής. Είχε προγραμματίσει να ερμηνεύσει ένα σόλο σαξόφωνο που θα μεταδιδόταν απευθείας από το διάστημα, μία κίνηση που θα συγκλόνιζε τον κόσμο.
Ο εμβληματικός Γάλλος συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής, Jean-Michel Jarre, είχε οραματιστεί αυτή την υπέρτατη παράσταση. Το κομμάτι προοριζόταν να αποτελέσει το τελευταίο μέρος του όγδοου άλμπουμ του συνθέτη, με τίτλο «Rendez-Vous», που κυκλοφόρησε το 1986. Η μουσική επρόκειτο να ενώσει το Χιούστον με το διάστημα σε μία πρωτοφανή τεχνολογική και καλλιτεχνική σύζευξη.
Δυστυχώς, η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια. Στις 28 Ιανουαρίου 1986, μόλις 73 δευτερόλεπτα μετά την απογείωση, το διαστημικό λεωφορείο Challenger εξεράγη μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων θεατών. Κανένα από τα επτά μέλη του πληρώματος δεν επέζησε. Η σιωπή που ακολούθησε την έκρηξη ήταν εκκωφαντική, πνίγοντας τις ελπίδες, τα όνειρα και εκείνη τη χαμένη μελωδία που ο Ron McNair προετοίμαζε με τόση αγάπη. Η τραγωδία δεν σταμάτησε τον χρόνο, αλλά τον πάγωσε σε μία στιγμή απόλυτου δέους και θλίψης.
Σήμερα, με αφορμή τη συμπλήρωση σαράντα ετών από εκείνη την ημέρα, ο Jean-Michel Jarre προχώρησε σε μία συγκινητική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τιμώντας τη μνήμη των χαμένων ηρώων.
«Η σημερινή ημέρα σηματοδοτεί την 40ή επέτειο της τραγωδίας του διαστημικού λεωφορείου Challenger», έγραψε ο Jarre. «Η καρδιά μου είναι με όλες τις οικογένειες και τους αγαπημένους τους που συνεχίζουν να φέρουν το βάρος αυτής της απώλειας. Αποτίω ιδιαίτερο φόρο τιμής στον αγαπημένο μου φίλο Ron McNair – αστροναύτη, μουσικό και πρωτοπόρο – ο οποίος επρόκειτο να ερμηνεύσει ένα σόλο σαξόφωνο ζωντανά από το διάστημα ως μέρος της συναυλίας μου στο Χιούστον».
Ως ένδειξη σεβασμού και μνήμης, το έκτο και τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ μετονομάστηκε σε «Last Rendez-Vous (Ron’s Piece) – Challenger». Είναι μία σύνθεση που κουβαλά όλο το συναισθηματικό φορτίο της απώλειας, αλλά και την ελπίδα που πηγάζει από την εξερεύνηση του αγνώστου.
Λίγο αργότερα, στις 5 Απριλίου 1986, ο Jarre πραγματοποίησε τη συναυλία «Rendez-vous Houston: A City in Concert». Ήταν ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα που γιόρταζε τα 150 χρόνια της πόλης του Χιούστον και τα 25 χρόνια της NASA, μετατρέποντας τους ουρανοξύστες σε καμβάδες για λέιζερ και φως.
Η συγκεκριμένη συναυλία κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ Guinness για το μεγαλύτερο κοινό σε ζωντανή εμφάνιση, συγκεντρώνοντας 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους. Παρά τη θριαμβευτική της επιτυχία, η απουσία του McNair ήταν αισθητή σε κάθε νότα.
Η συναυλία κυκλοφόρησε αργότερα ως ζωντανό άλμπουμ, διατηρώντας ζωντανό το πνεύμα της συνεργασίας τους. Η μουσική έγινε η γέφυρα που ένωσε τη γη με το σημείο εκείνο του ουρανού όπου ο Ron McNair και οι συνάδελφοί του έγιναν ένα με το σύμπαν.
Η πορεία του Ron McNair προς τα άστρα δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Γεννημένος στη Νότια Καρολίνα, βίωσε τον φυλετικό διαχωρισμό και τις προκαταλήψεις από μικρή ηλικία.
Ωστόσο, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να τον εμποδίσει από το να κυνηγήσει τα όνειρά του. Το 1976 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη φυσική στο MIT, ενώ παράλληλα ήταν κάτοχος μαύρης ζώνης 5ου βαθμού στο καράτε και, φυσικά, ένας καταξιωμένος σαξοφωνίστας. Η πολυδιάστατη προσωπικότητά του αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης για νέους ανθρώπους που τολμούν να ονειρεύονται το ακατόρθωτο.
Μετά θάνατον, του απονεμήθηκε το Τιμητικό Μετάλλιο Διαστήματος του Κογκρέσου το 2004, ενώ το έργο του συνεχίζεται μέσα από το «The MIT Black History Project» και το πρόγραμμα «The Ronald E. McNair Post-Baccalaureate Achievement Program». Το τελευταίο ιδρύθηκε με σκοπό να ενθαρρύνει φοιτητές από υποεκπροσωπούμενες κοινωνικές ομάδες να ακολουθήσουν διδακτορικές σπουδές, συνεχίζοντας έτσι την παράδοση της αριστείας και της επιμονής που ο ίδιος πρέσβευε.
Η μουσική του ιδιοφυΐα, όμως, είναι εκείνη που παραμένει το πιο ζωντανό κομμάτι της κληρονομιάς του για το ευρύ κοινό. «Εκείνη η εμφάνιση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ», σημειώνει ο Jarre στην ανάρτησή του, «αλλά το “Ron’s Piece” συνεχίζει να ζει. Ο χτύπος της καρδιάς του βρίσκεται μέσα στη μουσική, αντηχώντας στην αιωνιότητα». Αυτά τα λόγια συνοψίζουν την ουσία μιας ζωής που, αν και κόπηκε απότομα, κατάφερε να αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.
Σαράντα χρόνια μετά, η τραγωδία του Challenger δεν μνημονεύεται μόνο ως ένα σκοτεινό κεφάλαιο της τεχνολογικής προόδου, αλλά και ως μία υπενθύμιση της ανθρώπινης ευθραυστότητας και του μεγαλείου.
Ο Ron McNair δεν ήταν απλώς ένας αστροναύτης που χάθηκε στο καθήκον, ήταν ένας καλλιτέχνης που ήθελε να χαρίσει στο σύμπαν μία μελωδία. Και παρόλο που το σαξόφωνό του σώπασε εκείνο το πρωινό του Ιανουαρίου, η μουσική του συνεχίζει να ταξιδεύει ανάμεσα στους γαλαξίες, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ψυχή δεν γνωρίζει σύνορα, ούτε καν αυτά της ατμόσφαιρας.
