Μέσα από την ιστορική σόλο πορεία του και την επιστροφή στο στούντιο για το άλμπουμ «Arirang», ο Jimin των BTS μιλάει για την αναζήτηση της τελειότητας και τους δαίμονες της αμφιβολίας.
Ρωτήστε οποιοδήποτε μέλος των BTS ποιος μπορεί να φτάσει τις υψηλότερες νότες και όλοι θα δείξουν το ίδιο πρόσωπο: τον Park Jimin. Ο V αναγνωρίζει ανοιχτά πως το φωνητικό εύρος του είναι σαφώς ανώτερο, ωστόσο ο ίδιος ο Jimin δυσκολεύεται ακόμα να νιώσει ικανοποίηση με τη φωνή του ή με οποιαδήποτε άλλη πτυχή της καλλιτεχνικής του υπόστασης.
Υπήρξε το τελευταίο μέλος που εντάχθηκε στο συγκρότημα, φέρνοντας μαζί του ένα ισχυρό υπόβαθρο στον σύγχρονο χορό, χωρίς όμως προηγούμενη εμπειρία στο τραγούδι. Σε μία εξομολογητική συνέντευξη στο περιοδικό Rolling Stone το 2021, είχε αναφέρει πως δεν ένιωθε απόλυτα έτοιμος και σίγουρος στο ντεμπούτο τους.
Σήμερα, τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά. Το 2023 έγραψε ιστορία, καθώς με το σόλο τραγούδι του «Like Crazy» έγινε ο πρώτος Κορεάτης καλλιτέχνης που κατέκτησε το No. 1 στο chart του Billboard Hot 100. Παρά τη σαρωτική επιτυχία, σε πρόσφατη συνέντευξή του τον Φεβρουάριο στον δημοσιογράφο Jason Maxey, η οποία πραγματοποιήθηκε στα κεντρικά γραφεία της HYBE στη Σεούλ, ο ίδιος αποκαλύπτει πως εξακολουθεί να νιώθει την ανάγκη να καλύψει το χαμένο έδαφος.
«Δεν είμαι σίγουρος αν θα αποκαλούσα τον εαυτό μου τελειομανή. Όλοι έχουν την επιθυμία να τα πάνε καλά, και το ίδιο ισχύει και για μένα. Έτσι, το να αφήσω πίσω αυτή την επιθυμία μού φαίνεται σαν να θέλω να τα παρατήσω εντελώς. Επομένως, δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να την αποχωριστώ», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η κυκλοφορία του νέου άλμπουμ των BTS με τίτλο «Arirang» απείχε εκείνη τη στιγμή μόλις έναν μήνα και τα συναισθήματα είναι έντονα. Ο Jimin περιγράφει την κατάστασή του ως εξαιρετικά νευρική, τονίζοντας πως ο συνδυασμός ενθουσιασμού και φόβου κυριαρχεί, καθώς η επιθυμία του για ένα άρτιο αποτέλεσμα παραμένει αδιαπραγμάτευτη.
Η ξαφνική σόλο επιτυχία του ήρθε ως απόλυτη έκπληξη. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, συνειδητοποίησε ότι έχει ακόμα μακρύ δρόμο μπροστά του, θέτοντας ως βασικό στόχο τη βελτίωση των φωνητικών του ικανοτήτων και της στιχουργικής του προσέγγισης, ώστε να παραδίδει δίσκους με στέρεο concept.
Η καθημερινότητά του πλέον χαρακτηρίζεται από καθαρή χαρά, βρίσκοντας τεράστια ικανοποίηση στις πρόβες με τα υπόλοιπα μέλη των BTS. Η ανυπομονησία του να επιστρέψει στη σκηνή είναι φανερή, αφήνοντας πίσω του την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας, η οποία συνοδεύτηκε από απρόσμενες διακρίσεις.
«Δεν ξέρω πώς μάθατε για τα βραβεία και όλα αυτά, αλλά στην αρχή, λοιπόν, όλοι στον στρατό ξέρουν ότι είμαστε διάσημοι, σωστά; Έτσι, δούλεψα σκληρά για να κάνω μία καλή εντύπωση. Στη συνέχεια, όμως, απλά δούλευα σκληρά για να πάρω περισσότερες μέρες άδειας», εξηγεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Η σωματική προετοιμασία από τις ατελείωτες χορογραφίες λειτούργησε ευεργετικά στο στρατιωτικό περιβάλλον. Το μεγαλύτερο εμπόδιο αποδείχθηκε το ηλικιακό χάσμα, αφού ήταν περίπου 10 χρόνια μεγαλύτερος από τους περισσότερους στρατιώτες. Παρόλα αυτά, το πνεύμα του ανταγωνισμού παρέμεινε ζωντανό, με τον ίδιο και τον Jung Kook να καταλαμβάνουν τη δεύτερη και την πρώτη θέση αντίστοιχα σε έναν αγώνα δρόμου.
Η πρώτη ημέρα εκτός στρατοπέδου έφερε ένα κύμα αντικρουόμενων σκέψεων, κάνοντάς τον να αναρωτηθεί για το επόμενο κεφάλαιο της ζωής του.
«Ήταν ένα τόσο παράξενο συναίσθημα. Νόμιζα ότι θα ήμουν απλώς χαρούμενος, αλλά δεν είναι τόσο απλό… Είναι δύσκολο να το εκφράσω με λόγια. Σκεφτόμουν όλα όσα έζησα στον στρατό. Σκεφτόμουν τους φίλους με τους οποίους εκπαιδεύτηκα, καθώς και τους αξιωματικούς. Μετά αναρωτήθηκα αν αυτό σημαίνει ότι μπορώ να βρεθώ ξανά στη σκηνή. Όλες αυτές οι ετερόκλητες σκέψεις με χτύπησαν ταυτόχρονα, οπότε είναι δύσκολο να περιγράψω το πώς ένιωσα», εξμολογείται.
Παρά τη λαμπρή προσωπική του πορεία, η δέσμευσή του απέναντι στην ομάδα παραμένει ακλόνητη. Η επιθυμία του να εξελιχθεί ως αυτόνομος τραγουδιστής πηγάζει από την ανάγκη να σταθεί επάξια δίπλα στους εξαιρετικούς συνοδοιπόρους του, αποφεύγοντας τον κίνδυνο να επισκιαστεί από το δικό τους ταλέντο.
Αυτή η προσπάθεια εξέλιξης αποτυπώνεται καθαρά στον ήχο του. Ο ρυθμός και η χορευτική του καταβολή διαμόρφωσαν τα τραγούδια «Be Mine» και «Who», τα οποία δημιουργήθηκαν με γνώμονα τη σκηνική τους μεταφορά, αν και η στράτευση ανέβαλε τα σχέδια για μία ολοκληρωμένη χορογραφία που προόριζε για τους θαυμαστές.
Η χαρακτηριστική φωνή του έχει τις ρίζες της στην κληρονομικότητα, φέρνοντας στοιχεία από τους γονείς του. Οι μεγαλύτερες επιρροές του, ωστόσο, προέρχονται από τα ίδια τα μέλη των BTS, τα οποία άκουγαν τη χροιά του από την εποχή που ήταν εκπαιδευόμενος, προτείνοντάς του τραγούδια της R&B από καλλιτέχνες όπως ο Trey Songz και ο Tory Lanez, αλλά και τον Justin Bieber με τον Chris Brown.
Η χημεία του συγκροτήματος αποδεικνύεται περίτρανα στο «They Don’t Know ’Bout Us», μία από τις κορυφαίες στιγμές του επερχόμενου άλμπουμ. Το τραγούδι γεννήθηκε έπειτα από μία βραδινή συζήτηση με τον RM, με την αρχική ιδέα να επικεντρώνεται στο πώς η τυφλή αφοσίωση του κοινού μπορεί κάποιες φορές να στερήσει το περιθώριο για ουσιαστική εξέλιξη.
«Η αρχική φράση ήταν στην πραγματικότητα “Με κάνετε αδύναμο”, επειδή αυτό ήθελα να πω στους θαυμαστές. Εσείς μας διαμορφώνετε. Μας αντιμετωπίζετε πάντα σαν να είμαστε τόσο καταπληκτικοί άνθρωποι», λέει.
«Όμως εξαιτίας αυτού, δεν έχουμε περιθώριο για ανάπτυξη. Ήθελα να προσπαθήσω να εκφράσω αυτό το συναίσθημα, ότι ίσως μας κάνουν αδύναμους. Και το “They Don’t Know ’Bout Us” προέκυψε από αυτή τη συζήτηση. Αρχικά. Από τότε, έχει επεκταθεί για να συμπεριλάβει τις σκέψεις και των άλλων μελών μας εκεί μέσα, αλλά στο ξεκίνημα προήλθε από την ιδέα ότι κανείς δεν ξέρει πόσο αδύναμοι είμαστε», σημειώνει.
Η δημιουργία του «Arirang» απαίτησε μία πρωτοφανή προσέγγιση στο στούντιο. Τα μέλη δούλεψαν με ρυθμούς εργοστασίου για σχεδόν δύο μήνες, χωρισμένα σε μικρές ομάδες, ηχογραφώντας σε τέσσερις διαφορετικούς θαλάμους και αλλάζοντας καθημερινά παραγωγούς. Η εξαντλητική αυτή ρουτίνα απέδωσε πάνω από 100 έτοιμα τραγούδια.
Σε αυτή την απαιτητική συνθήκη, ο Jimin έφερε μαζί του τα μαθήματα από τη σόλο διαδρομή του. Η εμπειρία τού χάρισε έναν νέο τρόπο σκέψης, απελευθερώνοντάς τον από τον φόβο απέναντι στη στιχουργική διαδικασία.
Μπαίνοντας στο στούντιο για τη νέα δισκογραφική δουλειά του συγκροτήματος, αισθάνθηκε επιτέλους την ασφάλεια να αναζητήσει απαντήσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, μπορεί να μην θεωρεί πως έκανε κάτι το εκπληκτικό, όμως αυτή τη φορά δεν φοβήθηκε να κάνει ερωτήσεις, δίνοντας την ψυχή του για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
