Ο Jonny Greenwood των Radiohead σπάει τη σιωπή του για τις σχέσεις του με το Ισραήλ, τη συνεργασία με Άραβες μουσικούς και την «απαγόρευση» χρήσης του έργου του στο ντοκιμαντέρ για τη Melania Trump.
Η σιωπή ήταν ανέκαθεν ένα από τα πιο γοητευτικά χαρακτηριστικά του Jonny Greenwood. Ως ο αινιγματικός αρχιτέκτονας του ήχου των Radiohead και ένας από τους πιο επιδραστικούς συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής της εποχής μας, προτιμούσε πάντα να αφήνει τις παρτιτούρες και τα ondes martenot να μιλούν αντί για τον ίδιο. Ωστόσο, ζούμε σε μία εποχή όπου η ουδετερότητα αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία και η καλλιτεχνική δημιουργία καλείται να δώσει λόγο στην πολιτική επικαιρότητα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Greenwood αποφάσισε να τοποθετηθεί, θέτοντας ένα σαφές όριο ανάμεσα στη μουσική και τις γεωπολιτικές διαμάχες.
Σε μία εκτενή συζήτηση με τους The Times, ο Βρετανός μουσικός επιχείρησε να ξεκαθαρίσει τη στάση του σε ένα θέμα που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τον τελευταίο καιρό. Η θέση του δεν είναι καθόλου θεωρητική ή αποστασιοποιημένη. Αντιθέτως, ο Greenwood βρίσκεται στην καρδιά της συζήτησης λόγω των ισχυρών δεσμών του με το Ισραήλ. Είναι παντρεμένος με την Ισραηλινή εικαστικό Sharona Katan, μία σχέση που φέρνει τη σκληρή πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής μέσα στην καθημερινότητά του.
Το βάρος των γεγονότων έγινε ασήκωτο για την οικογένειά του, καθώς ο ανιψιός της συζύγου του, ο οποίος υπηρετούσε στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις, έχασε τη ζωή του στον πόλεμο της Γάζας. Η προσωπική αυτή απώλεια καθιστά κάθε δήλωσή του φορτισμένη, κάτι που ο ίδιος αναγνωρίζει πλήρως.
«Είναι πολύ δύσκολο να μιλάς γι’ αυτό», εξομολογήθηκε στην αρχή της συνέντευξης, δείχνοντας τον δισταγμό ενός ανθρώπου που γνωρίζει πως κάθε λέξη μετράει. Παρ’ όλα αυτά, η θεμελιώδης φιλοσοφία του παραμένει αμετακίνητη: «Αλλά πιστεύω ότι η μουσική και η τέχνη πρέπει να είναι πάνω και πέρα από τις πολιτικές ανησυχίες».
Για τον Jonny Greenwood, η μουσική λειτουργεί ως γέφυρα, όχι ως σύνορο. Αυτή η πεποίθηση αποτυπώθηκε με τον πιο δημιουργικό τρόπο στο άλμπουμ «Jarak Qaribak» που κυκλοφόρησε το 2023. Πρόκειται για μία συνεργασία με τον σπουδαίο Ισραηλινό μουσικό Dudu Tassa, ένα έργο που φιλοδοξούσε να ενώσει ήχους και κουλτούρες. Ωστόσο, το εγχείρημα βρέθηκε στο στόχαστρο του κινήματος Boycott, Divestment, and Sanctions (BDS), με αφορμή την εμφάνιση των δύο καλλιτεχνών στο Τελ Αβίβ εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίστηκαν σε διαδικτυακά σχόλια. Είχαν απτά αποτελέσματα, οδηγώντας στην ακύρωση των συναυλιών τους στο Μπρίστολ και το Λονδίνο, καθώς οι χώροι που θα τους φιλοξενούσαν δέχτηκαν απειλές. Εκείνη την περίοδο, ο Greenwood είχε υπερασπιστεί την επιλογή του, δηλώνοντας πως «ο εκφοβισμός των χώρων ώστε να ακυρώσουν τις παραστάσεις μας δεν θα βοηθήσει στην επίτευξη της ειρήνης και της δικαιοσύνης που αξίζουν όλοι στη Μέση Ανατολή».
Στη νέα συνέντευξή του, επανήλθε στο θέμα, αναδεικνύοντας τον παραλογισμό του να κρίνεται ένας καλλιτέχνης με βάση την εθνικότητά του και όχι το έργο του. «Ξέρετε, έκανα ένα άλμπουμ στο οποίο συμμετείχαν Ισραηλινοί, Ιρακινοί, Αιγύπτιοι και Σύριοι μουσικοί;», ανέφερε, υπενθυμίζοντας την πολυπολιτισμική φύση του δίσκου.
Η λογική του είναι απλή και αφοπλιστική: αν η πολιτική υπαγόρευε τις καλλιτεχνικές συνεργασίες, η μουσική θα σιγούσε. «Αν υποτίθεται ότι πρέπει να σταματήσω να συνεργάζομαι με μουσικούς επειδή δεν μου αρέσουν οι κυβερνήσεις τους, τότε δεν θα συνεργαζόμουν με κανέναν από αυτούς», τόνισε χαρακτηριστικά. Είναι μία στάση που διαχωρίζει τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη από τις αποφάσεις των ηγετών της χώρας του.
Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του, ο Greenwood επεσήμανε κάτι που για τον ίδιο είναι αυτονόητο, αλλά συχνά χάνεται στη μετάφραση της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής διαμάχης: «Το γεγονός είναι ότι αυτό που μας καθορίζει ως μουσικούς δεν είναι η εθνικότητά μας. Αλλά αυτό το σημείο δεν φαίνεται να γίνεται κατανοητό».
Ωστόσο, η αρχή του ότι η τέχνη είναι υπεράνω πολιτικής δεν σημαίνει πως επιτρέπει την αυθαίρετη χρήση του έργου του για πολιτικούς σκοπούς. Πρόσφατα, η μουσική του βρέθηκε να ντύνει ηχητικά το πολιτικό ντοκιμαντέρ «Melania», το οποίο εστιάζει στη ζωή της Πρώτης Κυρίας των ΗΠΑ, Melania Trump. Σε αυτή την περίπτωση, ο Greenwood αντέδρασε άμεσα, ζητώντας την αφαίρεση ενός τμήματος μουσικής που προερχόταν από το soundtrack της ταινίας «Phantom Thread».
Το ζήτημα εδώ δεν ήταν η πολιτική διαφωνία αυτή καθαυτή, αλλά η έλλειψη συγκατάθεσης. Ο εκπρόσωπός του δήλωσε ξεκάθαρα: «Η Universal [Music] παρέλειψε να συμβουλευτεί τον Jonny σχετικά με αυτή τη χρήση από τρίτους, γεγονός που συνιστά παραβίαση της συμφωνίας του ως συνθέτη».
Η υπόθεση πήρε διαστάσεις, με τον παραγωγό Marc Beckman να χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό αυτό «κατάφωρο ψέμα», ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης.
Μέσα από αυτές τις δύο φαινομενικά αντίθετες περιπτώσεις –την επιμονή του να συνεργάζεται με μουσικούς από «εχθρικά» κράτη και την άρνησή του να συνδεθεί η μουσική του με ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ χωρίς την άδειά του– ο Jonny Greenwood σκιαγραφεί το προφίλ ενός καλλιτέχνη που διεκδικεί το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Αρνείται να βάλει ταμπέλες στους συναδέλφους του βάσει διαβατηρίου, αλλά απαιτεί τον σεβασμό στην πνευματική του ιδιοκτησία όταν αυτή εργαλειοποιείται.
Σε έναν κόσμο που ζητάει απλουστευμένες απαντήσεις, ο Greenwood επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της πολυπλοκότητας, υπενθυμίζοντας πως η μόνη αληθινή πατρίδα ενός μουσικού είναι οι νότες του.
