Έχοντας περάσει τη μισή του ζωή κάτω από τα φώτα, ο Jeon Jung Kook προσπαθεί να κατανοήσει τη θέση του στον κόσμο της μουσικής, ισορροπώντας ανάμεσα στη σόλο επιτυχία και τη δυναμική των BTS.
Ακόμα και μετά την τεράστια σόλο επιτυχία του και μία μακρά λίστα από ξεχωριστές στιγμές στα τραγούδια των BTS, σε ηλικία 28 ετών ο Jeon Jung Kook δεν έχει καταφέρει ακόμα να αποκρυπτογραφήσει πλήρως τον εαυτό του.
Έχοντας ενταχθεί στους BTS όταν ήταν μόλις 15 ετών, έχει περάσει σχεδόν τη μισή του ζωή ως ένας παγκόσμιος αστέρας, μεγαλώνοντας ουσιαστικά μέσα στους κόλπους του συγκροτήματος. Ο ίδιος αναφέρει με ειλικρίνεια πως η διαδικασία αυτογνωσίας του βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.
«Ακόμα διαμορφώνω την αίσθηση του εαυτού μου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η αλήθεια είναι πως ο Jung Kook υπήρξε κατά κάποιον τρόπο ο πρώτος θαυμαστής των BTS. Επέλεξε τότε τη μικρή δισκογραφική BigHit Music ανάμεσα σε πολλές άλλες προτάσεις, απλώς και μόνο επειδή θεωρούσε τον RM εξαιρετικά κουλ.
Σήμερα, παρότι η εντυπωσιακή του φωνή έχει ενδυναμωθεί θεαματικά, εξακολουθεί να αποκτά αυτοπεποίθηση γύρω από τις ικανότητές του στο να γράφει στίχους. Εξάλλου, παραμένει το ίδιο εντυπωσιασμένος με όλα όσα έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής ως συγκρότημα.
Στο νέο άλμπουμ των BTS με τίτλο «Arirang», η συμμετοχή του στο στιχουργικό σκέλος ήταν σαφώς πιο ενεργή σε σχέση με την προσωπική του δισκογραφική δουλειά. Ωστόσο, η ιδέα του να θεωρείται ένας παγκόσμιος σόλο pop star τού φαντάζει ακόμα κάπως ξένη.
«Ειλικρινά, δεν μπορώ ακόμα να σκεφτώ τον εαυτό μου ως pop star. Αλλά είμαι πολύ ευγνώμων που με ρωτούν γι’ αυτό με αυτόν τον τρόπο, και που οι θαυμαστές με βλέπουν έτσι. Οπότε θέλω να συνεχίσω να γίνομαι καλύτερος, ώστε να μπορώ να νιώθω σαν σταρ για τον εαυτό μου. Κάποια μέρα!», εξηγεί ο ίδιος.
Η διαδρομή προς αυτή την απόλυτη αυτοπεποίθηση περνάει μέσα από μία απρόσμενη πρόκληση: την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας. Ο Jung Kook επισημαίνει πως χρειάζεται να βελτιώσει τα αγγλικά του τουλάχιστον σε ένα επίπεδο όπου θα μπορεί να κάνει καθημερινές, χαλαρές συζητήσεις. Παρά τις προσπάθειές του με εφαρμογές όπως το Duolingo και το Malhaeboka, ομολογεί πως είναι μία δύσκολη διαδικασία και το μυστικό είναι να παραμείνει κανείς συνεπής.
Στον αντίποδα, η προφορά του όταν τραγουδάει στα αγγλικά είναι αψεγάδιαστη, γεγονός που οφείλεται στην εξαιρετική ακουστική του αντίληψη. Η ευαισθησία του απέναντι στο κοινό τον κάνει ιδιαίτερα προσεκτικό σε αυτόν τον τομέα.
«Ναι, νομίζω ότι το αυτί μου είναι καλό σε τέτοια πράγματα. Αλλά στο τέλος της ημέρας… δεν είναι κορεατικά. Είναι μία ξένη γλώσσα για μένα. Και δεν θέλω οι φυσικοί ομιλητές να με ακούνε να μιλάω τη γλώσσα τους και να το βρίσκουν άβολο, ή να μην τους αρέσει, με οποιονδήποτε τρόπο. Οπότε προσωπικά έχω δουλέψει πολύ σκληρά σε αυτό», τονίζει.
Αυτή η αβίαστη προσέγγιση αντικατοπτρίζεται και στον τρόπο που λειτουργεί μέσα στο στούντιο. Ενώ η σόλο επιτυχία του θα μπορούσε να είχε αλλάξει τις ισορροπίες, ο ίδιος διατηρεί μία χαλαρή στάση απέναντι στη δημιουργική διαδικασία του νέου άλμπουμ. Αν και άλλοι από το συγκρότημα ένιωθαν έντονο άγχος, εκείνος απολάμβανε απλώς τη διαδρομή.
«Είμαι απλώς ένας πολύ ξέγνοιαστος και ανοιχτός άνθρωπος, και δεν σκέφτομαι πάρα πολύ κατά τη διάρκεια της καθημερινότητάς μου εκτός κι αν πραγματικά πρέπει. Έτσι, όταν πρόκειται για τη διαδικασία εργασίας ή την επιλογή τραγουδιών… θα εκφράσω τον εαυτό μου, σίγουρα. Θα μιλήσω και θα μοιραστώ τη γνώμη μου, αλλά δεν αγχώνομαι γι’ αυτό», λέει χαρακτηριστικά.
«Βέβαια, δεν ξέρω για τους άλλους. Φαντάζομαι ότι μερικά από τα άλλα μέλη ήταν αρκετά αγχωμένα, αλλά εγώ απλά σκέφτηκα ότι ήταν διασκεδαστικό. Το απόλαυσα! Έκανα αυτό που ήθελα», συμπληρώνει.
Η συνύπαρξη επτά διαφορετικών ανθρώπων δεν είναι πάντα μία απλή εξίσωση. Σχολιάζοντας μία προηγούμενη δήλωση του RM σχετικά με τα διαφορετικά όρια και τον τρόπο ζωής που έχει πλέον το κάθε μέλος, ο Jung Kook επιβεβαιώνει την ποικιλομορφία του συγκροτήματος.
«Λοιπόν, όλα τα μέλη προέρχονται από πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα. Και ακόμα και από τότε που γνωριστήκαμε, ο καθένας κινείται με τη δική του ταχύτητα, παίρνοντας τα πράγματα με το δικό του τέμπο, στο δικό του χρονοδιάγραμμα», αναφέρει..
«Πέρα από αυτό, μας αρέσουν διαφορετικά είδη μουσικής και προτιμάμε και διαφορετικά είδη φαγητού. Οι επτά μας είμαστε τόσο διαφορετικοί, ωστόσο δουλεύουμε μαζί, τραγουδάμε μαζί και εμφανιζόμαστε μαζί. Και όταν συνεργαζόμαστε, φυσικά είμαστε διαφορετικοί και εκεί. Μάλλον γι’ αυτό το είπε αυτό», συνεχίζει.
Η προσωπική του σφραγίδα στο «Arirang» είναι πιο έντονη από ποτέ, αφήνοντάς του ένα αίσθημα ικανοποίησης, αλλά και μία λεπτή επίγευση ανικανοποίητου. Παρότι νιώθει υπέροχα για τη συμμετοχή του, αναρωτιέται συνεχώς αν θα μπορούσε να είχε προσφέρει περισσότερα κατά τη διάρκεια των δύο μηνών που διήρκεσε η προετοιμασία. Η μεγαλύτερη στιγμή δικαίωσης ήρθε πάντως μέσα από το τραγούδι «Hooligan».
«Δούλεψα πολύ στο “Hooligan”. Και αυτό το τραγούδι από μόνο του είναι… δεν ξέρω. Όταν άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι, σκέφτηκα αμέσως τη ροή. Έτσι έπιασα δουλειά, και… Το τραγούδι είναι τόσο μοναδικό, οπότε ίσως απλά να στάθηκα τυχερός σε αυτό, αλλά ο Hitman Bang και τα υπόλοιπα μέλη σκέφτηκαν ότι ήταν τόσο φρέσκο, και όλοι το λάτρεψαν», λέει.
«Αυτό ήταν φοβερό συναίσθημα. Και δεν ήξερα αν το τραγούδι θα έμπαινε τελικά στο άλμπουμ. Αλλά επιλέχθηκε, και αυτό τα έσπασε. Βέβαια, δεν έγραψα ολόκληρο το αγγλικό μέρος. Είχα πολλή βοήθεια», εξομολογείται.
Την ίδια στιγμή, οι φωνητικές του ικανότητες βρίσκονται στο απόγειό τους. Η εξέλιξη της φωνής του είναι αποτέλεσμα διαρκούς δουλειάς, πριν από τη στρατιωτική του θητεία, κατά την επιστροφή του, αλλά και μέχρι σήμερα. Όπως λέει ο ίδιος, αν και αργός σαν χελώνα, συνεχώς δοκιμάζει νέα πράγματα.
Σε ό,τι αφορά την προσωπική του δισκογραφία, η κριτική από ορισμένους ARMY ότι το σόλο άλμπουμ του είχε έναν υπερβολικά δυτικό ήχο της pop και περιορισμένη δική του γραφή, δεν τον ενοχλεί. Εξηγεί πως εκείνη την περίοδο προτεραιότητά του ήταν να βρει καλά τραγούδια και να κυκλοφορήσει άμεσα έναν δίσκο.
Εάν οι θαυμαστές του επιθυμούν περισσότερη προσωπική συμμετοχή στο μέλλον, είναι κάτι που προτίθεται να κάνει όταν θα νιώσει ότι οι ιστορίες του δεν είναι πλέον περιορισμένες και θα έχει περισσότερα να πει. Προς το παρόν, αστειεύεται με τη δυσκολία του να ανασύρει προσωπικές ιστορίες.
«Στην πραγματικότητα, ίσως να μην έχω ποτέ τίποτα. Επειδή δεν κρατάω αναμνήσεις στο μυαλό μου για πολύ καιρό. Ξεχνάω πολλά πράγματα, οπότε… Ξέρετε πώς οι υπολογιστές έχουν σκληρούς δίσκους; Δεν νομίζω ότι έχω πολύ χώρο στον δίσκο μου», δηλώνει αφοπλιστικά.
Η περίοδος της στρατιωτικής του θητείας αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική παύση από τη μουσική, καθώς ακόμα και κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι υποχρεώσεις έτρεχαν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Αυτός ο χρόνος αποχής, ωστόσο, δεν λειτούργησε ως περίοδος εσωτερικής αναζήτησης, αλλά ως ένας ισχυρός καταλύτης που αναζωπύρωσε το πάθος του για τη σκηνή.
«Ήμασταν απασχολημένοι κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πάρα πολύ απασχολημένοι. Οπότε η μόνη φορά που ήμουν εντελώς μακριά από τη μουσική ήταν στον στρατό. Και εκείνο το διάστημα… αντί να καταλάβω την αίσθηση του εαυτού μου, επειδή νομίζω ότι αυτό αλλάζει συνέχεια… Αυτό που πραγματικά ένιωσα ήταν ότι θέλω πάρα πολύ να εμφανιστώ στη σκηνή. Θέλω να τραγουδήσω. “Αχ, δεν βλέπω την ώρα να φύγω! Θέλω να βγω έξω και να χορέψω!”. Μόνο αυτό σκεφτόμουν», θυμάται.
Κλείνοντας το κεφάλαιο της δυναμικής του συγκροτήματος, η σύγκριση με τον George Harrison των Beatles και την απογοήτευση που ένιωθε ως το νεότερο μέλος, καταρρίπτεται αμέσως από τον Jung Kook. Για εκείνον, ο ρόλος του βενιαμίν υπήρξε πάντοτε ένα ασφαλές και γνώριμο περιβάλλον.
«Όχι, λατρεύω να είμαι ο νεότερος. Επειδή, παρόλο που είμαστε ενήλικες πλέον, σε όλη μου τη ζωή ήμουν ο νεότερος στην οικογένειά μου, ο νεότερος στο συγκρότημά μου, και στη δουλειά, ήμουν πάντα ο νεότερος από όλο το προσωπικό. Το έχω συνηθίσει τόσο πολύ αυτό πλέον, οπότε όταν βρίσκομαι σε μία ομάδα, πάντα ένιωθα πολύ άνετα νιώθοντας ως ο νεότερος. Έτσι νιώθω και τώρα», καταλήγει, αποδεικνύοντας πως μέσα σε ένα σύμπαν προσδοκιών, η αυθεντικότητά του παραμένει το πιο ισχυρό του όπλο.
