Οι Kneecap κέρδισαν την υψηλότερη θέση που έχει καταλάβει ιρλανδόφωνο άλμπουμ στη Μεγάλη Βρετανία και ανακοίνωσαν πως θα διαθέσουν όλα τα κέρδη από τις πωλήσεις του «Fenian» σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και τοπικές κοινότητες.
Η ιρλανδική γλώσσα δεν ακούστηκε ποτέ ξανά τόσο δυνατά, ούτε έφτασε τόσο ψηλά στις προτιμήσεις του βρετανικού κοινού. Οι Kneecap, το εκρηκτικό συγκρότημα από το Δυτικό Μπέλφαστ, κατάφεραν να ταρακουνήσουν τα θεμέλια της μουσικής βιομηχανίας με την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους, «Fenian», την 1η Μαΐου.
Το «Fenian», το οποίο διαδέχεται το πολυσυζητημένο πρώτο άλμπουμ τους «Fine Art», δεν γνώρισε απλώς καλλιτεχνική επιτυχία, αλλά σημείωσε ένα ιστορικό ορόσημο.
Στην πρώτη μόλις εβδομάδα της κυκλοφορίας του, το «Fenian» εκτοξεύτηκε στο No. 2 του Official Albums Chart του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επίδοση αυτή είναι εντυπωσιακή, αν αναλογιστεί κανείς ότι το προηγούμενο άλμπουμ τους, «Fine Art», είχε φτάσει στο No. 42 το 2024.
Με αυτή τη θεαματική άνοδο, το συγκρότημα κατέχει πλέον επίσημα το ρεκόρ για το ιρλανδόφωνο άλμπουμ με την υψηλότερη θέση στην ιστορία των charts του Ηνωμένου Βασιλείου, αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα και η πολιτισμική ταυτότητα δεν αποτελούν εμπόδιο για την καθολική αναγνώριση.
Το «Fenian» έχασε την κορυφή μόνο από τη συλλογή «The Essential Michael Jackson» του 2005. Το άλμπουμ του βασιλιά της pop παρουσιάζει τεράστια άνοδο στις πωλήσεις το τελευταίο διάστημα, ως αποτέλεσμα της νέας βιογραφικής ταινίας «Michael» που προβάλλεται στους κινηματογράφους. Αξίζει να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο άλμπουμ είχε βρεθεί τελευταία φορά στο No. 1 το 2009, αμέσως μετά τον θάνατο του Michael Jackson.
Στην υπόλοιπη κατάταξη των βρετανικών charts, η Melanie C πέτυχε την υψηλότερη θέση στην προσωπική της καριέρα, καθώς το άλμπουμ της με τίτλο «Sweat» έφτασε στο No. 3. Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση που έχει καταγράψει ποτέ οποιοδήποτε μέλος των Spice Girls σε σόλο επίπεδο. Την ίδια στιγμή, η Kacey Musgraves κατέλαβε τη δική της θέση στις υψηλές βαθμίδες, με το «Middle Of Nowhere» να προσγειώνεται στο No. 7.
Οι Kneecap, ωστόσο, επέλεξαν να μην περιοριστούν στους πανηγυρισμούς για την εμπορική τους επιτυχία. Μέσα από μία ανάρτηση στις ιστορίες του λογαριασμού τους στο Instagram, το συγκρότημα προέβη σε μία κίνηση με βαθιά κοινωνικό πρόσημο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν, «έχουμε αποφασίσει να δωρίσουμε όλα τα κέρδη μας από αυτές τις πωλήσεις σε τρεις οργανώσεις».
Οι αποδέκτες της δωρεάς είναι η οργάνωση The Palestine Solidarity Campaign στο Λονδίνο, καθώς και δύο ιρλανδικές κοινοτικές ομάδες με έδρα το Μπέλφαστ, η Glór na Móna και η Cultúrlann McAdam Ó Fiaich. Η επιλογή αυτή αντανακλά την πάγια δέσμευση του συγκροτήματος στην ακτιβιστική δράση και τη στήριξη των τοπικών αλλά και διεθνών κινημάτων αλληλεγγύης.
Η επιλογή του τίτλου «Fenian» δεν ήταν τυχαία. Το συγκρότημα εξήγησε πως η ονομασία είναι «εμπνευσμένη από, και υπερήφανα ονομασμένη προς τιμήν των πολεμιστών της ιρλανδικής μυθολογίας».
Αν και ο όρος χρησιμοποιήθηκε αργότερα υποτιμητικά για τους Ιρλανδούς, οι Kneecap επιχειρούν μία επανοικειοποίηση. «Τώρα τον χρησιμοποιούμε για να ονομάσουμε όποιον λέει την αλήθεια στην εξουσία», δήλωσαν κατά την ανακοίνωση του δίσκου στις αρχές του έτους.
Καλλιτεχνικά, το άλμπουμ απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, με το NME να του απονέμει μία βαθμολογία 4,5 αστέρων. Στην κριτική του περιοδικού υπογραμμίζεται ότι «αν παραμερίσει κανείς τους προκλητικούς τίτλους των εφημερίδων, αυτό που μένει είναι ένα στιβαρό, προοδευτικό και ατρόμητο άλμπουμ από ένα συγκρότημα που θα μπορούσε απλώς να αναλώνεται σε ανοησίες, αλλά επιλέγει να δημιουργεί μουσική που έχει ουσία.»
«Υπό αυτή την έννοια τουλάχιστον, η ώρα τους έφτασε», ανέφερε χαρακτηριστικά το περιοδικό.
Η κυκλοφορία του άλμπουμ συνοδεύτηκε από την οριστική απαλλαγή του Mo Chara (κατά κόσμον Liam Óg Ó hAnnaidh) από τις κατηγορίες περί τρομοκρατίας. Ο ράπερ είχε κατηγορηθεί ότι επέδειξε τη σημαία της Χεζμπολάχ και φώναξε συνθήματα υπέρ της Χαμάς και της Χεζμπολάχ κατά τη διάρκεια μίας συναυλίας στο Λονδίνο το 2024. Το συγκρότημα αρνήθηκε επανειλημμένα την υποστήριξη προς τις συγκεκριμένες οργανώσεις, υποστηρίζοντας πως το βίντεο από τη συναυλία απομονώθηκε εκτός πλαισίου.
Οι ίδιοι περιέγραψαν τη δικαστική περιπέτεια ως ένα «πανηγύρι αντιπερισπασμού», ενώ ο Mo Chara υποστήριξε πως δεν γνώριζε τι αντιπροσώπευε η σημαία όταν την πήρε στα χέρια του. Κατά τη διάρκεια των τριών εμφανίσεών τους στο δικαστήριο, οι Kneecap κάλεσαν τους θαυμαστές τους να συγκεντρωθούν για να τους συμπαρασταθούν. Η απόφαση για την απόρριψη των κατηγοριών πάρθηκε τον Σεπτέμβριο λόγω τεχνικών ζητημάτων στον τρόπο άσκησης της δίωξης.
Παρά την έφεση που άσκησε η Εισαγγελία του Ηνωμένου Βασιλείου τον Ιανουάριο, δύο δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου επικύρωσαν την αρχική απόφαση στις 11 Μαρτίου.
Σε συνέντευξή του το NME, ο Mo Chara ρωτήθηκε αν αυτά τα νομικά ζητήματα επηρέασαν το άλμπουμ: «Δεν το είδα ως πίεση. Προφανώς, ευδοκιμούμε μέσα στο χάος και μερικές φορές είναι ευκολότερο να διαχειρίζεσαι τα πράγματα όταν υπάρχει τόση αναταραχή και προχωράς αμέσως στο επόμενο βήμα», απάντησε.
«Καταλαβαίναμε ότι υπήρχαν πολλά μάτια στραμμένα σε αυτό το άλμπουμ. Το σύνδρομο του δεύτερου άλμπουμ είναι αρκετά έντονο για πολλά συγκροτήματα», πρόσθεσε ο ίδιος, ενώ συμπλήρωσε με νόημα: «Ξέραμε ότι αν ήσουν θαυμαστής των Kneecap και παρακολουθούσες όσα συνέβαιναν τον τελευταίο χρόνο, θα απογοητευόσουν πολύ αν δεν υπήρχε καμία αναφορά σε αυτό στον δίσκο. Φυσικά και υπάρχει, και δεν θα σας απογοητεύαμε».
Από την πορεία του «Fenian» προς τη δόξα δεν έλειψαν εμπόδια, καθώς οι αφίσες για την προώθηση του άλμπουμ υποβλήθηκαν σε λογοκρισία. Ο μάνατζερ του συγκροτήματος, Daniel Lambert, υποστήριξε πως ο οργανισμός συγκοινωνιών του Λονδίνου (Transport For London) απέρριψε το αρχικό δημιουργικό σχέδιο, γεγονός που προσέθεσε ακόμη ένα επίπεδο έντασης στη δημόσια παρουσία τους.
Το «Fenian» περιλαμβάνει σημαντικές συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως οι Kae Tempest, Radie Peat και Fawzi, ενισχύοντας τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα του. Με έναν ήχο που συνδυάζει την ωμή ενέργεια με την πολιτική αιχμή, οι Kneecap αποδεικνύουν πως η μουσική παραμένει ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία για την έκφραση της κοινωνικής ανησυχίας και τη διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει.
