Έπειτα από μία πολυετή κυριαρχία στον χώρο του θεάματος, το δικαστήριο έκρινε ένοχη τη Live Nation, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διάσπαση της αυτοκρατορίας της Ticketmaster.
Η ζωντανή μουσική βιομηχανία δέχτηκε έναν ισχυρό σεισμό την Τετάρτη 15 Απριλίου. Ένα ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μανχάταν αποφάνθηκε ότι η Live Nation και η Ticketmaster παραβίασαν τους ομοσπονδιακούς και πολιτειακούς αντιμονοπωλιακούς νόμους, επικυρώνοντας τις καταγγελίες για αθέμιτη κυριαρχία στην αγορά.
Η ετυμηγορία ολοκλήρωσε μία ακροαματική διαδικασία πέντε εβδομάδων με μία συντριπτική ήττα για την εταιρεία. Το σώμα των ενόρκων χρειάστηκε τέσσερις ημέρες διαβουλεύσεων για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συναυλιακός κολοσσός λειτουργούσε πράγματι ως ένα καταχρηστικό μονοπώλιο.
Η υπόθεση έχει βαθιές ρίζες στον χρόνο, ξεκινώντας από την αμφιλεγόμενη συγχώνευση των δύο εταιρειών το 2010. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, το 2024, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και δεκάδες πολιτείες άσκησαν τελικά αγωγή.
Ο τότε υπουργός δικαιοσύνης, Merrick Garland, είχε θέσει ευθέως το ζήτημα λέγοντας χαρακτηριστικά πως «είναι καιρός να τη διασπάσουμε». Το τοπίο, ωστόσο, ανατράπηκε βίαια μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Μόλις μία εβδομάδα μετά την έναρξη της δίκης τον περασμένο μήνα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης προχώρησε σε έναν αιφνιδιαστικό διακανονισμό. Η συμφωνία φέρεται να προέκυψε έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Donald Trump, ο οποίος άσκησε έντονες πιέσεις για την άμεση επίλυση του ζητήματος.
Οι παρασκηνιακές κινήσεις της Live Nation στην Ουάσινγκτον ήταν εξάλλου συνεχείς. Η εταιρεία είχε εντάξει στο διοικητικό της συμβούλιο τον Ric Grenell, στενό συνεργάτη του Trump και πρώην πρόεδρο του Kennedy Center.
Παράλληλα, στην ομάδα άσκησης πίεσης συμμετείχαν η πρώην σύμβουλος Kellyanne Conway και ο δικηγόρος Mike Davis, ο οποίος είχε ασκήσει ανάλογες πιέσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και για την έγκριση της συγχώνευσης των Hewlett Packard και Juniper Networks, ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ο διακανονισμός επιτεύχθηκε τελικά στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη 5 Μαρτίου, αλλά παρουσιάστηκε στο δικαστήριο την επόμενη Δευτέρα, 9 Μαρτίου. Ο δικαστής Arun Subramanian χαρακτήρισε το χρονοδιάγραμμα αυτών των κινήσεων απολύτως απαράδεκτο, την ώρα που ακόμα και δικηγόροι του Υπουργείου Δικαιοσύνης δήλωναν αιφνιδιασμένοι.
Η συμφωνία δεν απαιτούσε την πώληση της Ticketmaster, προκαλώντας την οργή πολλών πολιτειών που τη θεώρησαν ανεπαρκή. Απορρίπτοντας τους όρους, ένας διακομματικός συνασπισμός αποφάσισε να συνεχίσει τη δίκη, προσλαμβάνοντας τον βετεράνο δικηγόρο Jeffrey Kessler με μόλις μία εβδομάδα περιθώριο προετοιμασίας.
Η στρατηγική τους αποδείχθηκε αλάνθαστη. Οι πολιτείες απέδειξαν πως η Live Nation εξανάγκαζε καλλιτέχνες και χώρους διεξαγωγής να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τις δικές της υπηρεσίες μέσω απειλών και αντιποίνων.
Οι ένορκοι έκριναν πως η εταιρεία μονοπώλησε παράνομα την αγορά, συνδέοντας εκβιαστικά τους χώρους που διέθετε με τις υπηρεσίες προώθησης συναυλιών της. Το αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής μεταφράστηκε σε υπερχρέωση των θεατών κατά 1,72 δολάρια ανά εισιτήριο.
Μέσα από εκατοντάδες εσωτερικά μηνύματα και ηχογραφημένες κλήσεις, το δικαστήριο ήρθε αντιμέτωπο με την ωμή πραγματικότητα της εταιρικής κουλτούρας. Το πιο επιβαρυντικό στοιχείο ήταν μία συνομιλία στο Slack, όπου δύο διευθυντές εισιτηρίων καυχιόνταν για την εκμετάλλευση των «ηλίθιων» θαυμαστών μέσω κρυφών χρεώσεων στο πάρκινγκ.
«Τους ληστεύουμε κανονικά μωρό μου. Έτσι το κάνουμε εμείς», έγραφαν στα μηνύματα. Η Live Nation επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, αναφέροντας σε ανακοίνωσή της πως η συγκεκριμένη ανταλλαγή μηνυμάτων δεν αντικατοπτρίζει απολύτως τις αξίες της ή τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί.
Ο Jeffrey Kessler, ωστόσο, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη κατά την τελική του αγόρευση την Πέμπτη, 9 Απριλίου.
«Ποιος μιλάει έτσι; Τι είδους εταιρεία χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα; Η απάντηση, νομίζω ότι θα διαπιστώσετε, είναι ένας μονοπωλητής που θεωρεί ότι είναι υπεράνω του νόμου», είπε στους ενόρκους.
Η πλευρά της υπεράσπισης προσπάθησε να αποκρούσει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας πως η Live Nation κέρδισε το τεράστιο μερίδιο αγοράς της επειδή απλώς παρείχε καλύτερες υπηρεσίες. Ο δικηγόρος της εταιρείας, David Marriott, χαρακτήρισε τον πελάτη του ως έναν σκληρό ανταγωνιστή.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Live Nation, Michael Rapino, αρνήθηκε κάθε κατηγορία περί απειλών. Καταθέτοντας στο δικαστήριο, δήλωσε πως η εταιρεία του απλώς ξεπέρασε τους ανταγωνιστές της και νιώθει πολύ περήφανος.
Ωστόσο, οι μαρτυρίες στο εδώλιο ζωγράφισαν μία διαφορετική εικόνα. Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος του Barclays Center, John Abbamondi, υποστήριξε πως δέχθηκε απειλές από τη Live Nation για μεταφορά συναυλιών σε άλλους χώρους, εάν προτιμούσε την αντίπαλη πλατφόρμα SeatGeek.
Η παρέλαση των μαρτύρων περιελάμβανε ηχηρά ονόματα του χώρου, από τον διευθύνοντα σύμβουλο της AEG Presents, Jay Marciano, και τη σημερινή επικεφαλής του Barclays Center, Laurie Jacoby, μέχρι τον Omar Al-joulani της Live Nation και τον μάνατζερ του Drake, Adel Nur, γνωστό και ως Future The Prince, καθώς και πολυάριθμους οικονομολόγους. Αν και κανένας καλλιτέχνης δεν κατέθεσε τελικά, παρόλο που ο Kid Rock βρισκόταν στην αρχική λίστα μαρτύρων, το παζλ των στοιχείων στάθηκε ικανό να γείρει την πλάστιγγα.
Η γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης, Letitia James, χαρακτήρισε την απόφαση ως μία νίκη – ορόσημο την Τετάρτη.
«Για πάρα πολύ καιρό, η Live Nation και η Ticketmaster εκμεταλλεύονταν τους θαυμαστές και τους καλλιτέχνες αυξάνοντας τις τιμές των εισιτηρίων και καταπνίγοντας κάθε ανταγωνισμό που απειλούσε τη δύναμή τους», ανέφερε.
«Ένα σώμα ενόρκων διαπίστωσε αυτό που γνωρίζαμε εδώ και καιρό ότι είναι αλήθεια: Η Live Nation και η Ticketmaster παραβιάζουν τον νόμο και κοστίζουν στους καταναλωτές εκατομμύρια δολάρια σε αυτή τη διαδικασία. Είμαι υπερήφανη που ηγήθηκα ενός διακομματικού συνασπισμού γενικών εισαγγελέων για την άσκηση αυτής της υπόθεσης και προσβλέπω στη συνέχιση του έργου μας για να καταστήσουμε τη Live Nation και την Ticketmaster υπόλογες», υπογράμμισε.
Από την πλευρά της, η Live Nation ξεκαθάρισε πως θα ζητήσει άμεσα από τον δικαστή να ανατρέψει την ετυμηγορία, προσβάλλοντας τις καταθέσεις για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων και επιβεβαιώνοντας πως θα ασκήσει έφεση. Ο Dan Wall, ανώτερο στέλεχος της εταιρείας, μιλώντας έξω από το δικαστήριο εξέφρασε την απογοήτευσή του.
«Προφανώς είμαστε απογοητευμένοι. Το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει σε καμία περίπτωση. Υπάρχει πολύ περισσότερο παιχνίδι να παιχτεί», σημείωσε με νόημα.
Ο αντίκτυπος της απόφασης βρήκε άμεση ανταπόκριση στους πολιτικούς κύκλους. Η γερουσιαστής Amy Klobuchar, συχνή επικρίτρια της εταιρείας, τόνισε τη σημασία του αποτελέσματος.
«Επιβεβαιώνει αυτό που οι θαυμαστές, οι καλλιτέχνες και οι χώροι διεξαγωγής γνωρίζουν εδώ και χρόνια: Η Live Nation-Ticketmaster είναι ένα μονοπώλιο που καταχράστηκε παράνομα τη δύναμή του για να στριμώξει τους καταναλωτές και να αποκλείσει τον ανταγωνισμό. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να πληρώσετε μία μικρή περιουσία για να δείτε τον αγαπημένο σας καλλιτέχνη σε συναυλία», ανέφερε.
«Οι θαυμαστές αξίζουν εδώ και καιρό κάτι καλύτερο. Αυτή η απόφαση είναι ένα σημαντικό βήμα προς την αποκατάσταση του ανταγωνισμού και της λογοδοσίας στις ζωντανές εκδηλώσεις. Τώρα το δικαστήριο πρέπει να διασφαλίσει ότι οποιοδήποτε μέτρο ανοίγει πραγματικά την αγορά, και αυτό σημαίνει μείωση των τιμών, αύξηση της καινοτομίας και προστασία των θαυμαστών, των καλλιτεχνών και των χώρων διεξαγωγής, και όχι την παράδοση μιας ακόμη συμφωνίας που υπολείπεται των προσδοκιών», συνέχισε..
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γερουσιαστής Cory Booker, επισημαίνοντας την πολιτική διάσταση της σύγκρουσης.
«Σε μία εποχή που πάρα πολλοί Αμερικανοί νιώθουν ότι έχουν τεθεί εκτός αγοράς για να πάνε σε συναυλίες και ζωντανές εκδηλώσεις με φίλους και οικογένεια, η σημερινή ετυμηγορία αντιπροσωπεύει ένα ουσιαστικό βήμα προς την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και του ανταγωνισμού στην αγορά εισιτηρίων», δήλωσε.
«Αυτή η απόφαση είναι μία τεράστια νίκη και δείχνει μέχρι πού θα φτάσουν οι πολιτείες για να προστατεύσουν εξίσου τους θαυμαστές, τους καλλιτέχνες και τους χώρους. Ενώ η κυβέρνηση Trump συνεχίζει να βάζει τα εταιρικά συμφέροντα πάνω από τους Αμερικανούς καταναλωτές, επικροτώ τον διακομματικό συνασπισμό των γενικών εισαγγελέων των πολιτειών που συνεχίζουν να ορθώνουν το ανάστημά τους απέναντι σε αυτόν τον Πρόεδρο και απαιτούν να βάλουμε τους ανθρώπους πάνω από τα κέρδη», πρόσθεσε..
Η δικαίωση έφερε ανακούφιση και στους άμεσα εμπλεκόμενους της αγοράς. Ο εκτελεστικός διευθυντής της Εθνικής Ένωσης Ανεξάρτητων Χώρων Διεξαγωγής, Stephen Parker, ζήτησε τη ρητή διάσπαση των δύο εταιρειών.
«Η Live Nation δεν θα έπρεπε να μπορεί να προωθεί περισσότερο από το 50 τοις εκατό των περιοδειών των καλλιτεχνών. Και οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στις πολιτείες θα πρέπει να αποδίδονται στους ανεξάρτητους χώρους, τους διοργανωτές, τα φεστιβάλ και τους θαυμαστές που υπέφεραν υπό τη μονοπωλιακή κυριαρχία της Live Nation τα τελευταία 15 χρόνια», απαίτησε ο ίδιος.
Ο διευθύνων σύμβουλος της SeatGeek, Jack Groetzinger, συμφώνησε πως αυτό είναι μόνο η αρχή.
«Αυτή είναι μία σημαντική στιγμή, αλλά όχι η τελική. Το μέτρο θεραπείας πρέπει να ταιριάζει με το εύρημα. Η διαρθρωτική αλλαγή, ο πραγματικός ανταγωνισμός, η γνήσια επιλογή για τους χώρους, το χαμηλότερο κόστος για τους θαυμαστές, είναι το μόνο αποτέλεσμα που δικαιολογεί αυτό που χρειάστηκε για να φτάσουμε ως εδώ», εξήγησε.
Η νομική κοινότητα βλέπει την ετυμηγορία ως ιστορικό σταθμό. Ο Roger Alford, καθηγητής νομικής στο Notre Dame και πρώην αναπληρωτής βοηθός γενικού εισαγγελέα, εξέφρασε την ελπίδα του στο περιοδικό Rolling Stone πως οι δεκαετίες κατάχρησης θα λάβουν επιτέλους τέλος.
Η Gail Slater, πρώην επικεφαλής της αντιμονοπωλιακής διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης που απομακρύνθηκε πριν από τη δίκη, συνεχάρη μέσω του X τη νομική ομάδα των πολιτειών.
«Συγχαρητήρια στον πανίσχυρο συνασπισμό των γενικών εισαγγελέων των πολιτειών που στάθηκε πίσω από αυτή την υπόθεση. Κάνατε αντιμονοπωλιακή ιστορία σήμερα. Δώσατε τον καλό αγώνα, τερματίσατε τον δρόμο και κρατήσατε την πίστη σας», έγραψε χαρακτηριστικά.
Όλα τα βλέμματα στρέφονται πλέον στον δικαστή Arun Subramanian, ο οποίος θα καθορίσει σε δεύτερη ακρόαση το μέγεθος των ποινών. Η βεντάλια των συνεπειών κυμαίνεται από βαρύτατα οικονομικά πρόστιμα μέχρι την επιβολή της αναγκαστικής πώλησης της Ticketmaster.
Η ιστορία της Live Nation έχει δείξει πως η εταιρεία γνωρίζει να ελίσσεται, καθώς το 2019 είχε βρεθεί ξανά στο στόχαστρο για παραβίαση των όρων του 2010, οδηγώντας τότε απλώς σε μία πενταετή παράταση των περιορισμών. Αυτή τη φορά, ωστόσο, τα δεδομένα μοιάζουν μη αναστρέψιμα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μία ριζική αναδιάρθρωση που θα αλλάξει για πάντα τον χάρτη της ζωντανής ψυχαγωγίας.
