Η Lorde αγγίζει το πιο αγνό –και ταυτόχρονα το πιο ωμό– κομμάτι του εαυτού της, και βγαίνει από τις στάχτες γεμάτη φως και εύθραυστο μεγαλείο.
Σε κάθε εποχή, υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν τραγουδούν απλώς, αλλά ξεγυμνώνουν την ψυχή τους μπροστά μας. Η Ella Yelich-O’Connor –γνωστή παγκοσμίως ως Lorde– επιστρέφει με ένα άλμπουμ που δεν ακροβατεί απλώς ανάμεσα στην pop και την ποίηση.
Το «Virgin» είναι μία κατάβαση στα άδυτα της ύπαρξης, που συναντά τον ήχο της προσωπικής κάθαρσης και στέκεται εκεί, στην κόψη της τέχνης και της ειλικρίνειας.
Ύστερα από τέσσερα σιωπηλά χρόνια, στη σκιά των προσωπικών αναζητήσεών της, η Lorde εγκαταλείπει την αφέλεια του «Solar Power» και στρέφεται στον εσωτερικό της λαβύρινθο με θάρρος και ευαισθησία.
Το «Virgin» είναι μία εξομολόγηση με μουσικούς παλμούς. Είναι οι σκελετοί στην ντουλάπα της που, αυτή τη φορά, δεν κρύβονται. Αντιθέτως, χορεύουν στο φως του ήχου των συνθεσάιζερ και της ηλεκτρονικής έντασης.
Το πολυεπίπεδο «Virgin» γεννήθηκε μέσα από ραγίσματα. Τραύματα οικογενειακά που διαπερνούν γενιές, σύνθετες σχέσεις με τη θηλυκότητα και το σώμα, χωρισμούς που επανεφηύραν τα όρια της επιθυμίας.
Το άλμπουμ, διάρκειας μόλις 40 λεπτών, είναι τόσο ονειρικό όσο και αφοπλιστικά ρεαλιστικό. Δεν επιχειρεί να ανακτήσει κάποιο χαμένο μεγαλείο της πρώιμης εποχής της – του «Pure Heroine» ή της συγκλονιστικής μελαγχολίας του «Melodrama». Η Lorde επιλέγει κάτι πιο δύσκολο: να δώσει υπόσταση σε μία νέα εκδοχή του εαυτού της.
Το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ, «Hammer», ανοίγει το παράθυρο σε μία Lorde που ξαναβαφτίζεται μέσα στην αβεβαιότητα.
«Μπορεί να ξαναγεννήθηκα – είμαι έτοιμη να νιώσω πως δεν έχω τις απαντήσεις», εξομολογείται, με τη φωνή της να πλέει σε ένα μαγνητικό κυκλώνα από ήχους και δισταγμούς. Δεν υποκρίνεται πια ότι έχει καταλάβει τον κόσμο. Και σε αυτή την παραδοχή, κρύβεται η δύναμή της.
Στο «Favourite Daughter», με παλμούς που ανεβαίνουν σαν ανάσα που κόβεται, η Lorde αγγίζει με τρομακτική ακρίβεια τη σχέση της με τη μητέρα της – και κατ’ επέκταση, με το ίδιο της το «είναι».
Το κουβάρι της αυτοθυσίας και της ανάγκης για αποδοχή ξετυλίγεται χωρίς αναστολές: «Πανικός, μόνο και μόνο για να είμαι η αγαπημένη σου κόρη», τραγουδά, και κάθε λέξη μοιάζει με πληγή που μετατρέπεται σε τέχνη.
Στο απρόσμενα δυνατό highlight «GRWM» (που δεν σημαίνει πια «get ready with me», αλλά «grown woman»), η Lorde αφήνει πίσω το παρελθόν για να σταθεί απέναντι σε αυτό που γίνεται: μία γυναίκα που κουβαλά στα ισχία της τη μνήμη της μητέρας της, το βάρος της καταγωγής, και την επιθυμία να γίνει κάτι πιο καθαρό. Ίσως αυτό που πραγματικά είναι.
Οι κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ αποκαλύπτουν μία φωνή τσακισμένη αλλά θαρραλέα.
Στο σοκαριστικά ειλικρινές «Clearblue» –ο τίτλος εμπνευσμένος από το διάσημο τεστ εγκυμοσύνης– η Lorde στέκεται γυμνή από μελωδίες, χωρίς συνοδεία, χωρίς προστασία.
Μόνο μία ατάραχη φράση αντηχεί στο απόλυτο κενό: «Υπάρχει σπασμένο αίμα μέσα μου, πέρασε από τη μητέρα μου στη δική της και σε μένα». Η στιγμή γίνεται τελετουργία: αυτό δεν είναι τραγούδι, είναι προσευχή για λύτρωση.
Σε άλλα τραγούδια, η Lorde εξερευνά τον έρωτα, την ταυτότητα, τις χαοτικές εκδοχές του εαυτού της. Στο «Shapeshifter», εξομολογείται: «Υπήρξα το τρόπαιο, το βάρος, το δεσμωτήριο» – και ξαφνικά, κάθε ρόλος, κάθε ερωτική απόληξη γίνεται ένα κομμάτι του δικού της παζλ.
Στο «Broken Glass», μία απρόσμενα δυναμική σύνθεση με ηλεκτρονικές κορυφώσεις που θυμίζουν νύχτες στον καθρέφτη, αποτυπώνει ατόφια την αγωνία μιας διαταραχής πρόσληψης τροφής.
Με λόγια που παγώνουν το αίμα, η 28χρονη τραγουδίστρια μιλά για σάπια δόντια, για το σώμα σαν πεδίο μάχης. Και παρ’ όλα αυτά, ο ρυθμός σηκώνει το κομμάτι ψηλά – σαν τον ήλιο να φωτίζει τις σκιές χωρίς να τις διώχνει.
Σε στιγμές όπως το «Current Affairs» και το κλείσιμο του άλμπουμ με το «David», η Lorde παίζει με τη γραμμή ανάμεσα στην ερωτική βία και την τρυφερή διεκδίκηση του να θέλεις κάποιον βαθιά. Μιλά με εικόνες ωμές.
Και όμως, τίποτα δεν φαίνεται φτηνό ή φτιαχτό. Τα πάντα πηγάζουν από έναν υπαρξιακό παλμό που χτυπά και ποτέ δεν κάνει πίσω.
Το εξώφυλλο του «Virgin» –μια ακτινογραφία της ίδιας της λεκάνης της, όπου εμφανίζεται και το σπιράλ της αντισύλληψης– είναι μία δήλωση. Ένα σύμβολο σεβασμού προς την ειλικρίνεια και το δικαίωμα να εκθέτεις τον εσωτερικό κόσμο σε πραγματικό, φυσικό φως.
Μέσα από αυτό το άλμπουμ, η Lorde επανεφευρίσκει τη θέση της στον κόσμο και μας προσκαλεί στα συντρίμμια και στα θαύματά της. Κάθε τραγούδι είναι μία ρωγμή που φωτίζει. Κάθε στάση, μία απόδειξη ότι η μουσική μπορεί ακόμα να σπάει το δέρμα για να φτάσει στην καρδιά.
Αν κάποτε υπήρχε αμφιβολία για το μέλλον της, το «Virgin» βάζει τέλος σε αυτή. Και το κάνει με ψιθύρους, με ουρλιαχτά, με ρυθμούς που πονούν και χορεύονται μαζί.
Το «Virgin» είναι ένας εσωτερικός σεισμός που δεν ζητά άφεση, αλλά παρουσία. Η Lorde δεν προσφέρει απαντήσεις, δεν στήνει εύκολα ηχητικά μονοπάτια για να ακολουθήσουμε. Μας ανοίγει, αντιθέτως, έναν λαβύρινθο αστάθειας, όπου κάθε στροφή είναι κι ένας καθρέφτης – θολός, διαστρεβλωμένος, και όμως, ειλικρινής.
Σε αυτό το ταξίδι, βγαίνουμε κι εμείς κάπως αλλοιωμένοι. Λιγότερο σίγουροι, μα ίσως περισσότερο αληθινοί. Γιατί κάποτε, όταν η μουσική αγγίζει τις πληγές της χωρίς φόβο, γεννιέται κάτι σπάνιο: η γενναιότητα του να μην κρύβεσαι πια από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Και αυτό είναι το πιο δυνατό τραγούδι του «Virgin».
