Ο Matt Sorum αναλύει την άνοδο και την πρόωρη πτώση ενός εκ των τελευταίων μεγάλων supergroups, τονίζοντας πως η δυναμική των Velvet Revolver θα μπορούσε να είχε αλλάξει τον ρου της μουσικής ιστορίας.
Η κληρονομιά των Velvet Revolver παραμένει μια από τις πιο συζητημένες ιστορίες στην πρόσφατη ιστορία του rock ‘n’ roll, αποτελώντας το σημείο όπου η ατίθαση ενέργεια των Guns N’ Roses συνάντησε την εναλλακτική αίγλη των Stone Temple Pilots.
Ο Matt Sorum, ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από τα ντραμς σε αυτή τη δαιμονιώδη σύμπραξη, αποφάσισε να ανοίξει το βιβλίο των αναμνήσεών του, καταθέτοντας μια εκτίμηση που προκαλεί αίσθηση: το συγκρότημα είχε όλα τα φόντα να φτάσει το μέγεθος των Guns N’ Roses, αν η εσωτερική του συνοχή δεν είχε προδοθεί από τις γνωστές παθογένειες της rock βιομηχανίας.
Η δημιουργία των Velvet Revolver το 2002 δεν ήταν μια απλή συνάντηση παλιών φίλων, αλλά μια ανάγκη για επιβίωση και καλλιτεχνική αναγέννηση. Ο Matt Sorum μαζί με τους συνοδοιπόρους του από τους Guns N’ Roses, τον Duff McKagan και τον Slash, ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον κιθαρίστα Dave Kushner.
Η αναζήτηση της κατάλληλης φωνής τούς οδήγησε στον Scott Weiland, έναν χαρισματικό αλλά και βασανισμένο καλλιτέχνη, ο οποίος έδωσε στο σχήμα την απαραίτητη ταυτότητα για να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του.
Μέσα από αυτή τη συνεργασία γεννήθηκαν δύο άλμπουμ που καθόρισαν την εποχή τους: το «Contraband» του 2004 και το «Libertad» του 2007, πριν η διαδρομή τους διακοπεί απότομα το 2008.
Σε μια νέα του συνέντευξη στο Get On The Bus, ο Matt Sorum κοιτάζει πίσω με μια δόση νοσταλγίας αλλά και ρεαλισμού. Οι ημέρες εκείνες ήταν δύσκολες, γεμάτες προκλήσεις, όμως για εκείνον άξιζαν κάθε στιγμή προσπάθειας.
«Ήταν δύσκολες εποχές, οι πρώτες μέρες, αλλά άξιζε τον κόπο», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας πως η σκιά του παρελθόντος ήταν βαριά, αλλά δεν έπρεπε να τους καθορίσει. «Προφανώς, ήμουν στο άλλο συγκρότημα, αλλά αυτό ήταν ένα νέο συγκρότημα και έπρεπε να αναδημιουργηθούμε. Πραγματικά δεν μπορούσαμε να είμαστε οι Guns N’ Roses. Δεν μπορούσαμε απλώς να επαναπαυτούμε σε αυτό».
Η φιλοσοφία πίσω από τη μουσική τους ήταν αυτή που τους έκανε να ξεχωρίσουν. Δεν επιδίωξαν να αντιγράψουν μια επιτυχημένη συνταγή, αλλά να αφουγκραστούν τον παλμό της εποχής τους, φέρνοντας στο προσκήνιο την ενέργεια και την πίστη που είχαν στα πρώτα χρόνια της νεότητάς τους.
Ο Matt Sorum εξήγησε πως ο ήχος τους είχε μια ιδιαίτερη ταυτότητα που διέφερε από το παραδοσιακό hard rock. «Ήταν μια διαφορετική ρυθμική αίσθηση. Ο ρυθμός δεν είχε εκείνο το στυλάτο ρετρό rock and roll ύφος, ήταν περισσότερο ένας παλμόδης, πάνκικος ήχος. Ήταν μια καλή παρέα», συμπλήρωσε, περιγράφοντας την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στις πρόβες και στις ηχογραφήσεις.
Η προσήλωση στην ποιότητα και η επιθυμία για την κορυφή ήταν στοιχεία που χαρακτήριζαν όλα τα μέλη. Παρά το γεγονός ότι δεν το συζητούσαν ανοιχτά, υπήρχε μια άρρητη συμφωνία πως έπρεπε να παρουσιάσουν κάτι ανώτερο από τον ανταγωνισμό.
«Ήμασταν όλοι στην καλύτερη φόρμα της ζωής μας. Πήραμε πολύ σοβαρά το ζήτημα του “πώς θα ανταγωνιστούμε;”. Δεν μιλήσαμε ποτέ έτσι για αυτό, αλλά ήταν γνωστό. Ήταν απλώς, “έπρεπε να είμαστε οι καλύτεροι που μπορούσαμε. Απλώς έπρεπε να τα δώσουμε όλα”». Αυτή η αφοσίωση απέδωσε καρπούς άμεσα, με την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου να προκαλεί αίσθηση διεθνώς.
Το «Contraband» σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία, φτάνοντας στην κορυφή του Billboard 200, κάτι που επιβεβαίωσε πως το κοινό διψούσε για αυθεντικό rock.
Ο Matt Sorum πιστεύει ακράδαντα πως η πορεία τους θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο λαμπρή. «Το πρώτο άλμπουμ απογειώθηκε. Δεν έγινε τόσο μεγάλο όσο των Guns N’ Roses, αλλά θα μπορούσε. Απλώς δεν κράτησε αρκετά», είπε.
Στην πραγματικότητα, η επιτυχία των Velvet Revolver συνοδεύτηκε από μια αναγνώριση που οι Guns N’ Roses δεν είχαν λάβει ποτέ στην αρχική τους σύνθεση. «Θέλαμε πραγματικά να το κρατήσουμε ενωμένο. Δυστυχώς, επιστρέψαμε πάλι στις κακές συνήθειες και στις ίδιες παλιές ιστορίες και το πράγμα διαλύθηκε», ανέφερε, θυμίζοντας ωστόσο με περηφάνια τη στιγμή που κέρδισαν Grammy. «Πήραμε Grammy. Δεν πήραμε ποτέ Grammy με τους Guns N’ Roses — ποτέ».
Η απώλεια του Scott Weiland τον Δεκέμβριο του 2015, σε ηλικία 48 ετών, έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο μιας ενδεχόμενης πλήρους επανένωσης. Ο θάνατός του, που αποδόθηκε σε ατύχημα από υπερβολική δόση, αν και η χήρα του Jamie Wachtel Weiland έχει αμφισβητήσει ορισμένες λεπτομέρειες, άφησε ένα κενό που δεν αναπληρώθηκε ποτέ.
Ο Matt Sorum, μιλώντας και στον Eddie Trunk, παραδέχτηκε πως ο χωρισμός ήρθε πολύ νωρίς. «Ήλπιζα ότι θα ήταν κάτι πιο μακροχρόνιο και ότι θα ήμασταν ακόμα εδώ, αλλά δυστυχώς δεν έγινε έτσι. Πιστεύω όμως ότι θα μπορούσαμε πραγματικά να εξελιχθούμε σε ένα σπουδαίο rock and roll συγκρότημα, κάτι που ένιωθα ότι ήμασταν στο “Contraband”», ανέφερε.
Παρά τις εντάσεις που οδήγησαν στη διάλυση το 2008, ο Matt Sorum δεν παραλείπει να πλέξει το εγκώμιο του Scott Weiland. Η παρουσία του στη σκηνή και η ερμηνευτική του ικανότητα ήταν στοιχεία που σπάνια συναντά κανείς.
«Ήταν ένας σπουδαίος frontman, με τις ιδιαιτερότητές του και όλα όσα τον συνόδευαν. Παρόλα αυτά, αν κοιτάξεις πίσω, κατά τη γνώμη μου, ήταν ένας από τους κορυφαίους frontmen του rock and roll με τους οποίους είχα την τιμή να συνεργαστώ», τόνισε.
Αυτή η αναγνώριση έρχεται να επιβεβαιώσει τη χημεία που υπήρχε ανάμεσα στα μέλη, μια χημεία που συχνά ήταν εκρηκτική αλλά πάντα δημιουργική.
Μετά το διαζύγιο του 2008, υπήρξαν προσπάθειες να βρεθεί αντικαταστάτης, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του Corey Taylor των Slipknot και Stone Sour. Όπως έχει γίνει γνωστό, το συγκρότημα ηχογράφησε demos για 10 τραγούδια με τον Corey Taylor στα φωνητικά, όμως η συνεργασία δεν προχώρησε ποτέ σε επίσημη κυκλοφορία, αφήνοντας στους θαυμαστές ένα ακόμα μεγάλο ερωτηματικό για το πώς θα ακουγόταν εκείνη η εκδοχή των Velvet Revolver.
Σήμερα, η μνήμη του Scott Weiland παραμένει ζωντανή και μέσα από την επόμενη γενιά. Ο γιος του, Noah Weiland, τίμησε πρόσφατα τη δέκατη επέτειο από τον θάνατο του πατέρα του, ερμηνεύοντας κομμάτια των Stone Temple Pilots και των Velvet Revolver σε μια συγκινητική εμφάνιση.
Παράλληλα, η κυκλοφορία του ακυκλοφόρητου τραγουδιού «If I Could Fly», το οποίο ο Scott Weiland είχε γράψει το 2000 για τη γέννηση του γιου του, προσέφερε μια νέα ματιά στην ευαίσθητη πλευρά του καλλιτέχνη. Η προσπάθεια του Noah Weiland να επεξεργαστεί παλιά φωνητικά του πατέρα του για το νέο κομμάτι «Time Will Tell», παρά τις δυσκολίες και τις φήμες για απόπειρες εκβιασμού, δείχνει πως η ιστορία αυτής της οικογένειας και αυτού του μουσικού μεγέθους συνεχίζει να γράφεται.
Οι Velvet Revolver μπορεί να μην είχαν τη διάρκεια που οραματιζόταν ο Matt Sorum, όμως η ένταση με την οποία έζησαν και δημιούργησε η μουσική τους, παραμένει σημείο αναφοράς. Στο rock ‘n’ roll, η επιτυχία και η καταστροφή συχνά απέχουν μόλις μια ανάσα, ενώ ορισμένες συνεργασίες είναι τόσο φωτεινές που αναπόφευκτα καίγονται γρήγορα.
