Ο Nick Cave εξηγεί γιατί γύρισε την πλάτη στον Morrissey.
Όταν ένας θαυμαστής ρώτησε τον Nick Cave, μέσω της ιστοσελίδας του «Red Hand Files», ποια είναι η σχέση του με τον Morrissey, πιθανότατα δεν περίμενε την απάντηση που θα λάμβανε.
Ο εμβληματικός Αυστραλός καλλιτέχνης, γνωστός για την ειλικρίνεια και το βάθος των απαντήσεών του, δεν δίστασε να μοιραστεί ένα πρόσφατο και άκρως αποκαλυπτικό ανέκδοτο περιστατικό που φέρνει στο φως τις διαφορετικές καλλιτεχνικές φιλοσοφίες τους.
Η ιστορία ξεκίνησε πέρυσι, όταν ο Nick Cave δέχθηκε ένα email από τον Morrissey. Ο πρώην frontman των θρυλικών The Smiths, τον οποίο ο Cave θεωρεί έναν από τους κορυφαίους στιχουργούς της γενιάς του, του πρότεινε να συμμετάσχει σε ένα νέο τραγούδι του.
«Θα το έκανα με μεγάλη χαρά», παραδέχτηκε ο Cave, ο οποίος δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για τον Morrissey. Όμως, η πρόταση έκρυβε μία ιδιαιτερότητα που έμελλε να αλλάξει τα δεδομένα.
Ο Nick Cave περιέγραψε το κομμάτι ως «αρκετά όμορφο», αλλά επισήμανε δύο στοιχεία που τον ξάφνιασαν.
Πρώτον, «ξεκινούσε με μία μακροσκελή και εντελώς άσχετη εισαγωγή με ελληνικό μπουζούκι». Και δεύτερον, το ζητούμενο δεν ήταν να τραγουδήσει. Ο Morrissey ήθελε από τον Cave κάτι εντελώς διαφορετικό.
«Φαίνεται πως δεν ήθελε να τραγουδήσω στο κομμάτι, αλλά να απαγγείλω, πάνω από τον ήχο του μπουζουκιού, μία αχρείαστα προκλητική και ελαφρώς ανόητη anti-woke λογοδιάρροια που είχε γράψει ο ίδιος», εξήγησε ο 67χρονος καλλιτέχνης.
Παρότι δεν αποκάλυψε το περιεχόμενο του μονολόγου, ο Nick Cave ομολόγησε πως «υποθέτω πως συμφωνούσα με το πνεύμα του σε κάποιο επίπεδο».
Ωστόσο, η προσέγγιση ήταν ξένη προς την αισθητική και τις αρχές του.
«Απλώς δεν ήταν του στιλ μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «Προσπαθώ να κρατώ την πολιτική –είτε πολιτιστική είτε άλλου είδους– μακριά από τη μουσική με την οποία ασχολούμαι. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο την αποδυναμώνει και αντιβαίνει σε ό,τι προσπαθώ να δημιουργήσω». Έτσι, με ευγένεια, απέρριψε την πρόταση. «Είπα όχι», κατέληξε λακωνικά.

Η στάση του Morrissey, βέβαια, δεν προκαλεί έκπληξη. Τα τελευταία χρόνια, ο 66χρονος τραγουδιστής έχει επανειλημμένα προκαλέσει αντιδράσεις με τις ακροδεξιές απόψεις του, ειδικά σε θέματα μετανάστευσης.
Μετά την κυκλοφορία του τελευταίου άλμπουμ του, «I Am Not a Dog On A Chain» το 2020, έχει ανακοινώσει διάφορες νέες δισκογραφικές δουλειές που παραμένουν στο συρτάρι, με τον ίδιο να ισχυρίζεται ότι ένα από τα άλμπουμ του «φιμώθηκε» και ότι η «κουλτούρα των ηλιθίων» εμποδίζει την κυκλοφορία του.
Παρά την άρνησή του, ο Nick Cave δεν έχασε την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο του Morrissey ως δημιουργού.
«Δεν έχω συναντήσει ποτέ από κοντά τον Morrissey, κάτι που πιθανόν εξηγεί γιατί μου αρέσει», ξεκίνησε την ανάλυσή του.
«Είναι αναμφισβήτητα ένα περίπλοκο και διχαστικο πρόσωπο, κάποιος που αντλεί ιδιαίτερη ευχαρίστηση από το να εκνευρίζει τους ανθρώπους. Όσο απολαυστικό κι αν το βρίσκουν κάποιοι, αυτό εμένα δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, εκτός από το γεγονός ότι ο Morrissey είναι πιθανότατα ο καλύτερος στιχουργός της γενιάς του – σίγουρα ο πιο παράξενος, αστείος, εκλεπτυσμένος και διεισδυτικός», συνέχισε.
Συνδέοντας την ιστορία με μία άλλη ερώτηση ενός θαυμαστή για την «λαχτάρα» ως ανθρώπινη συνθήκη, ο Nick Cave κατέληξε σε ένα βαθύτερο συμπέρασμα για τη δύναμη της τέχνης.
«Η λαχτάρα είναι, πράγματι, η ουσία του να είσαι άνθρωπος. Ζούμε τις ζωές μας με μία αίσθηση του ατελούς, της εγκατάλειψης, ένα αίσθημα ότι κάτι λείπει», έγραψε.
Για τον Cave, συγκεκριμένη μουσική μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό, και όπως τόνισε: «Βρίσκω ότι η μουσική του Morrissey, ανεξάρτητα από το πόσο πικρόχολα και αποστασιοποιημένα μπορεί να φαίνονται μερικές φορές τα τραγούδια του, κάνει ακριβώς αυτό – μας οδηγεί προς αυτό που είναι αληθινό».
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Nick Cave υπερασπίζεται τη διάκριση μεταξύ του καλλιτέχνη και του έργου του.
Το 2019, είχε προτρέψει το κοινό να ξεχωρίζει τις πολιτικές απόψεις του Morrissey από τη μουσική του, λέγοντας: «Όποιες ανοησίες κι αν υποστηρίζει, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι έχει γράψει έναν τεράστιο και εξαιρετικό κατάλογο τραγουδιών, που έχει ομορφύνει τις ζωές των πολλών θαυμαστών του σε βαθμό που δεν αναγνωρίζεται».
Τελικά, η ιστορία αυτής της αποτυχημένης συνεργασίας είναι μία ξεκάθαρη απεικόνιση της σύγκρουσης δύο κόσμων: από τη μία, η ανάγκη για προκλητική πολιτική δήλωση, και από την άλλη, η πίστη στην τέχνη ως έναν χώρο που υπερβαίνει τα εγκόσμια, προσφέροντας παρηγοριά και οδηγώντας μας «προς την ομορφιά και την αλήθεια».
Ο καθένας, τελικά, ακολουθεί τον δικό του δρόμο προς τον ουρανό.
