Ο Paul Stanley, ο εμβληματικός frontman των KISS, μοιράζεται το όραμά του για τη νέα γενιά των καλλιτεχνών, αναπολεί τις άβολα προκλητικές στιγμές του παρελθόντος και μιλά με ειλικρίνεια για τις χαμένες ευκαιρίες στις σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος.
Ο Paul Stanley παραμένει μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της παγκόσμιας rock σκηνής, διατηρώντας μία οξυδέρκεια που ξεπερνά τα όρια της σκηνικής του παρουσίας.
Στο πρόσφατο πάρτι του Clive Davis για τα Grammy, όπου παρευρέθηκε συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Erin Sutton Stanley, ο ηγέτης των KISS δεν περιορίστηκε στις τυπικές κοσμικές δηλώσεις. Αντιθέτως, επέλεξε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα προς τη νέα γενιά μουσικών, εστιάζοντας στην ουσία της τέχνης που υπηρετεί εδώ και δεκαετίες.
Η θέση του Stanley για το μέλλον της μουσικής είναι σαφής και απαλλαγμένη από την ανάγκη να ακολουθήσει τις σύγχρονες τάσεις της αυτοματοποιημένης παραγωγής.
«Θα ήθελα να δω τους ανθρώπους να παίζουν μουσικά όργανα. Θα ήθελα να τους δω να βασίζονται λιγότερο στους υπολογιστές και την τεχνολογία και περισσότερο στο πάθος», δήλωσε χαρακτηριστικά, θέτοντας τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων για τη σημερινή βιομηχανία. Για τον ίδιο, η μουσική δεν είναι μία εξίσωση που λύνεται μέσω λογισμικού, αλλά μία έκφραση της ανθρώπινης ψυχής που οφείλει να περιέχει ατέλειες.
«Η τελειότητα δεν είναι αυτό που θεωρώ εγώ μουσική. Η μουσική είναι πάθος», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας ότι η εμμονή με τον αψεγάδιαστο ήχο συχνά στερεί από το τελικό αποτέλεσμα τη ζωντάνια και τον συναισθηματικό αντίκτυπο.
Αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφία μιας ολόκληρης σχολής που ανδρώθηκε μέσα στα στούντιο και τα στάδια, εκεί όπου ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας και η δόνηση των ντραμς είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.
Παρά τη θρυλική πορεία των KISS, η οποία ταυτίστηκε με την υπερβολή, το έντονο μακιγιάζ και τα εντυπωσιακά κοστούμια, ο Paul Stanley διατηρεί μία αξιοσημείωτη ικανότητα αυτοκριτικής.
Κατά τη διάρκεια του KISS Kruise στο Λας Βέγκας, παραδέχθηκε ότι ορισμένα από τα παλαιότερα τραγούδια του συγκροτήματος δεν συμβαδίζουν πλέον με την ηλικία ή την ωριμότητά του. «Είναι πραγματικά αστείο γιατί κάποια από αυτά τα τραγούδια, ορισμένα από τα δικά μας κομμάτια, δεν είναι πια κατάλληλα για την ηλικία μας. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να γράφει ένα τέτοιο τραγούδι σήμερα», εξήγησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Αναφερόμενος συγκεκριμένα στους στίχους του κομματιού «Take Me» από το 1976, ο Stanley σχολίασε με χιούμορ την προκλητικότητα της εποχής, λέγοντας: «Βάλε το χέρι σου στην τσέπη μου / Πιάσε τον πύραυλό μου». Η σημερινή του ματιά πάνω σε αυτές τις δημιουργίες είναι γεμάτη από τη σοφία του χρόνου, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Είναι ένα ωραίο μέρος για να το επισκεφτείς, αλλά δεν θα ήθελα να ζω εκεί».
Η αναδρομή στο παρελθόν, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει μόνο μουσικές παρατηρήσεις, αλλά και βαθιά ανθρώπινες εξομολογήσεις. Αν υπάρχει κάτι που ο Paul Stanley θα ήθελε να είχε διαχειριστεί διαφορετικά, αυτό δεν αφορά τις καλλιτεχνικές επιλογές, αλλά τις διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στο συγκρότημα. Η μεταμέλειά του εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, τις δυσκολίες που βίωναν ο Ace Frehley και ο Peter Criss.
«Αν έχω κάποιες μεταμέλειες, ορκίζομαι στον Θεό, είναι που μερικές φορές –και νομίζω ότι όλοι το περνάμε αυτό κάποιες φορές– εύχομαι να ήμασταν πιο έξυπνοι και καλύτεροι στο να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τον Ace Frehley και τον Peter Criss να έχουν καλύτερες ζωές», ανέφερε. Αυτή η δήλωση φωτίζει μία πιο σκοτεινή και ευάλωτη πτυχή της ζωής των rock stars, όπου η δόξα και η επιτυχία συχνά επισκίαζαν τις προσωπικές ανάγκες και τα εσωτερικά προβλήματα των συνεργατών τους.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Gene Simmons, ο οποίος παραδέχθηκε ότι συχνά απέφευγαν τις δύσκολες συζητήσεις για να μην διαταραχθεί η πορεία του συγκροτήματος.
«Ας συνεχίσουμε την περιοδεία γιατί θέλεις να την ολοκληρώσεις για εγωιστικούς λόγους, επειδή λειτουργεί, και για τις γυναίκες, και για τα χρήματα, και δεν θέλεις να καταστρέψεις τίποτα. Στο μεταξύ, κάποιος που θα μπορούσε να είναι αδερφός σου καταστρέφει τη ζωή του με κακές αποφάσεις», δήλωσε ο Gene Simmons, συμπληρώνοντας το κάδρο της εσωτερικής μοναξιάς που μπορεί να βιώσει κανείς ακόμη και στην κορυφή του κόσμου.
Η περίοδος 2000-2001 ήταν ίσως η πιο δύσκολη για τον Stanley, ο οποίος θυμάται να αισθάνεται «πραγματικά δυστυχισμένος» κατά τη διάρκεια της τότε αποχαιρετιστήριας περιοδείας. Η έλλειψη συντροφικότητας και η πτώση της μουσικής ποιότητας είχαν δημιουργήσει ένα τοξικό περιβάλλον.
«Η μουσική ήταν στην καλύτερη περίπτωση ασταθής. Κάποιες νύχτες ήταν απαίσιες, δεν υπήρχε αίσθηση συναδελφικότητας ή χαράς σε αυτό που κάναμε», θυμάται ο ίδιος.
Η κατάσταση είχε φτάσει σε ένα οριακό σημείο όπου οι αρνητικές κριτικές δεν ήταν απλώς κακοπροαίρετα σχόλια, αλλά μία αντανάκλαση της πραγματικότητας που βίωναν και οι ίδιοι στη σκηνή.
«Ένιωθα ότι έπρεπε να τελειώσουμε το άλογο, απλώς να το πυροβολήσουμε. Ήταν ενάντια σε όλα όσα πιστεύαμε πάντα, και αυτό είναι ότι το συγκρότημα είναι μεγαλύτερο από εμάς», κατέληξε, περιγράφοντας τη δύσκολη απόφαση να προστατεύσουν την υστεροφημία των KISS απέναντι στην ίδια τους τη φθορά.
Σήμερα, ο Paul Stanley κοιτάζει το μέλλον με την ηρεμία ενός ανθρώπου που έχει ζήσει τα πάντα, επιμένοντας ότι η αληθινή κληρονομιά ενός καλλιτέχνη δεν κρύβεται στην ψηφιακή αρτιότητα, αλλά στην ικανότητά του να παραμένει άνθρωπος, με όλα τα λάθη και τα πάθη που αυτό συνεπάγεται.
