Η Phoebe Bridgers χάνει το όνομα της δισκογραφικής που δημιούργησε το 2020, ύστερα από διαμάχη για εμπορικό σήμα. Η Saddest Factory Records παύει να λειτουργεί με τη συγκεκριμένη ονομασία και οι κυκλοφορίες των καλλιτεχνών της περνούν πλέον κάτω από τη στέγη της Dead Oceans. Η εξέλιξη έχει σημασία πέρα από μία νομική λεπτομέρεια: αφορά μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ανεξάρτητες εταιρείες της τελευταίας εξαετίας και μία καλλιτέχνιδα που επένδυσε δημόσια στην ιδέα της δημιουργικής ελευθερίας.
Η Phoebe Bridgers αναγκάζεται να αποχαιρετήσει ένα όνομα που συνδέθηκε στενά με τη δημόσια εικόνα της ως καλλιτέχνιδας, επιμελήτριας ταλέντων και υποστηρίκτριας της ανεξάρτητης μουσικής. Η Saddest Factory Records, η δισκογραφική εταιρεία που ίδρυσε μέσα στο 2020, εγκαταλείπει επίσημα την ονομασία του έπειτα από διαμάχη γύρω από εμπορικό σήμα.
Η ανακοίνωση έγινε με μία σύντομη ανάρτηση στο Instagram, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η εποχή της Saddest Factory ως ξεχωριστής δισκογραφικής ταυτότητας έχει τελειώσει.
«Λόγω μιας διαμάχης σχετικά με το εμπορικό σήμα του ονόματος της εταιρείας, από εδώ και πέρα όλες οι κυκλοφορίες της SFR θα κυκλοφορούν μέσω της Dead Oceans, με το λογότυπό μας να βρίσκεται δίπλα στο λογότυπο της Dead Oceans ώστε να δηλώνεται η συμμετοχή μας», ανέφερε η ανακοίνωση.
Στην ίδια ανάρτηση προστέθηκε και μία προτροπή προς το κοινό. «Παρακαλούμε ακολουθήστε τη @DeadOceans για ενημερώσεις και νέα σχετικά με την κοινότητα των καλλιτεχνών μας», ανέφερε η εταιρεία.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν δόθηκαν λεπτομέρειες για το ποιος ακριβώς αμφισβήτησε το δικαίωμα χρήσης του ονόματος. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα στις ΗΠΑ, υπάρχει ένα ντουέτο από το Μίσιγκαν με την ονομασία Saddest Factory. Το συγκρότημα περιγράφει τον εαυτό του ως «την κατάληξη δύο έντονα ευφάνταστων ανδρών και της ανάγκης τους για αυτοέκφραση».
Μέχρι στιγμής, καμία πλευρά δεν έχει δημοσιοποιήσει περισσότερα στοιχεία για τη φύση της υπόθεσης.
Το γεγονός ότι η Bridgers χάνει το όνομα δεν σημαίνει ότι χάνει και τη δισκογραφική της δραστηριότητα. Στην πράξη, η Saddest Factory επιστρέφει πλήρως κάτω από τη δομή της Dead Oceans, η οποία έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε ως μητρική εταιρεία από την πρώτη ημέρα.
Παραμένει μάλιστα ενεργό το χαρακτηριστικό λογότυπο της εταιρείας: το σχέδιο με το σκελετωμένο χέρι που κρατά ένα ανθρώπινο χέρι. Ένα σύμβολο που συνδέθηκε έντονα με την ταυτότητα της δισκογραφικής εταιρείας και με το ιδιαίτερο χιούμορ της Bridgers.
Η Saddest Factory γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 2020, σε μία περίοδο όπου η μουσική βιομηχανία προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέσα στην πανδημία. Η πρώτη καλλιτέχνιδα που υπέγραψε ήταν η Claud, λίγες εβδομάδες μετά την ίδρυση της δισκογραφικής εταιρείας.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες χώρους για ανεξάρτητους καλλιτέχνες της αμερικανικής indie σκηνής.
Το πιο γνωστό όνομα του καταλόγου της είναι πιθανότατα οι MUNA, που εντάχθηκαν στην εταιρεία το 2021. Μαζί τους βρέθηκαν καλλιτέχνες όπως οι Charlie Hickey, Katie Gavin και Sloppy Jane.
Το όνομα Saddest Factory ήταν ένα λογοπαίγνιο με τη λέξη “satisfactory”, έναν όρο που εμφανίζεται συχνά σε συμβόλαια της μουσικής βιομηχανίας. Ήταν χαρακτηριστικό της διάθεσης της Bridgers να συνδυάζει αυτοσαρκασμό, συναισθηματική ένταση και επιχειρηματική σκέψη.
Η φιλοσοφία της εταιρείας έγινε ιδιαίτερα σαφής μέσα από τις δηλώσεις των ίδιων των καλλιτεχνών της.
Το 2022, οι MUNA μίλησαν δημόσια για την εμπειρία τους σε μία ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία. Η κιθαρίστρια Naomi McPherson εξήγησε γιατί θεωρεί σημαντικό το συγκεκριμένο περιβάλλον.
«Είναι πιο πιθανό να βρεις ανθρώπους με τους οποίους ταιριάζεις γούστα και αισθητικά. Είναι ίσως λιγότερο πιθανό να βρεις αυτούς τους ανθρώπους μέσα σε μία μεγάλη εταιρική δομή. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι των μεγάλων εταιρειών δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη, απλώς μπορεί να μην έχουν τα ίδια γούστα», είπε.
Οι MUNA είχαν αποκαλύψει επίσης ότι η προηγούμενη εταιρεία τους, η RCA Records, τους αποδέσμευσαν επειδή δεν έφερναν αρκετά έσοδα.
«Είναι πιο εύκολο με ορισμένους τρόπους να συνεργάζεσαι με ανεξάρτητες εταιρείες», ανέφεραν οι MUNA, εξηγώντας ότι απολαμβάνουν «μεγάλη δημιουργική ελευθερία».
Αυτό ακριβώς προσπάθησε να χτίσει η Bridgers. Μια δισκογραφική εταιρεία όπου το εμπορικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν το μοναδικό κριτήριο.
Όταν ανακοίνωσε τη δημιουργία της εταιρείας εν μέσω πανδημίας, είχε εξηγήσει πώς έβλεπε τη σχέση του κοινού με τη μουσική εκείνη την περίοδο. «Ένα από τα αγαπημένα μου πράγματα σε αυτή την εποχή είναι ότι όλοι ακούν δίσκους πιο γρήγορα, φτιάχνουν αμέτρητες playlists και κάνουν πάρτι χορού μέσα στα σπίτια τους», είχε δηλώσει.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν το κριτήριο που χρησιμοποιούσε για να επιλέγει καλλιτέχνες. «Αν μου αρέσει και το ακούω για ευχαρίστηση, τότε και άλλοι άνθρωποι θα το ακούσουν για ευχαρίστηση», είχε πει.
Και συμπλήρωσε: «Δεν νομίζω ότι έχω κάποια άλλη φιλοσοφία πέρα από το “ζηλεύω;”».
Η χρονική συγκυρία της αλλαγής είναι ενδιαφέρουσα, καθώς η Bridgers βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Πρόσφατα ανακοίνωσε τις πρώτες προσωπικές της συναυλίες μετά το 2023 και στη συνέχεια πρόσθεσε ακόμη περισσότερες ημερομηνίες. Οι εμφανίσεις αυτές έρχονται έπειτα από μία περίοδο όπου η ίδια είχε επικεντρωθεί κυρίως στις boygenius και σε επιλεκτικές ζωντανές εμφανίσεις.
Τον περασμένο μήνα έδωσε την πρώτη προσωπική συναυλία της έπειτα από τρία χρόνια, στο Roswell του Νέου Μεξικού. Εκεί παρουσίασε τρία νέα τραγούδια και άφησε ισχυρές ενδείξεις ότι ετοιμάζει νέο δίσκο. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση.
Το τελευταίο προσωπικό άλμπουμ της, το «Punisher», κυκλοφόρησε το 2020 και παραμένει σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη indie σκηνή. Παράλληλα, οι boygenius έχουν περάσει σε περίοδο παύσης, μετά την κυκλοφορία του «The Record» και την έντονη δραστηριότητα που ακολούθησε.
Η ιστορία της Saddest Factory κλείνει με έναν τρόπο που λίγοι θα περίμεναν. Όμως η ουσία βρίσκεται αλλού. Οι δισκογραφικές εταιρείες χτίζονται γύρω από ονόματα, λογότυπα και εμπορικά σήματα, αλλά επιβιώνουν χάρη στις σχέσεις με τους καλλιτέχνες και το κοινό τους. Η Bridgers χάνει το όνομα που επέλεξε πριν από έξι χρόνια. Διατηρεί όμως το δίκτυο, τη φιλοσοφία και την επιρροή που έκανε τη Saddest Factory να ξεχωρίσει εξαρχής. Και αυτό, στη μουσική βιομηχανία, έχει συνήθως μεγαλύτερη διάρκεια από οποιοδήποτε εμπορικό σήμα.
