Οι Radiohead εξαπολύουν επίθεση κατά της αμερικανικής κυβέρνησης, απαιτώντας την άμεση απόσυρση ενός βίντεο που χρησιμοποιεί τη μουσική τους για να εξυπηρετήσει την αντιμεταναστευτική ατζέντα του Λευκού Οίκου.
Οι Radiohead απαίτησαν από την ICE να αφαιρέσει άμεσα από τα κοινωνικά δίκτυα ένα βίντεο που χρησιμοποιεί το εμβληματικό τους τραγούδι «Let Down». Το συγκρότημα εξέδωσε μία σκληρή ανακοίνωση, ξεκαθαρίζοντας πως δεν πρόκειται να επιτρέψει την οικειοποίηση του έργου της για πολιτικούς σκοπούς που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις αξίες του.
Η κίνηση αυτή αποτελεί την τελευταία πράξη σε μία σειρά συγκρούσεων ανάμεσα σε κορυφαίους καλλιτέχνες και την τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση σχετικά με τη χρήση πνευματικής ιδιοκτησίας σε κυβερνητικά βίντεο.
Στη δήλωσή τους, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου, οι Radiohead ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Απαιτούμε από τους ερασιτέχνες που ελέγχουν τον λογαριασμό της ICE στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να κατεβάσουν το βίντεο. Δεν είναι καθόλου αστείο. Αυτό το τραγούδι σημαίνει πολλά για εμάς και για άλλους ανθρώπους, και δεν έχετε το δικαίωμα να το οικειοποιείστε χωρίς μάχη». Το συγκρότημα ολοκλήρωσε το μήνυμά του με έναν ωμό και ευθύ επίλογο: «Επίσης, να πάτε να γ***τε…».
Η οργή του συγκροτήματος πηγάζει από ένα βίντεο που αναρτήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στους λογαριασμούς της ICE, του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, του Λευκού Οίκου, αλλά και του ίδιου του Donald Trump. Στο οπτικό υλικό, μία χορωδιακή εκτέλεση του «Let Down» από το άλμπουμ «OK Computer» του 1997 ακούγεται πάνω από μία διαδοχή φωτογραφιών Αμερικανών πολιτών.
Η λεζάντα της ICE ισχυριζόταν ότι οι εικονιζόμενοι «βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν από εκείνους που δεν έχουν κανένα δικαίωμα να βρίσκονται στη χώρα μας», προσθέτοντας: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι για τους οποίους πολεμάμε. Αυτό είναι το “γιατί” μας».
Το συγκεκριμένο κομμάτι, που προέρχεται από έναν από τους πιο επιδραστικούς δίσκους στην ιστορία της rock, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος πρόσφατα. Το «Let Down» έκανε την εμφάνισή του στο Billboard Hot 100 μετά από 28 χρόνια από την αρχική του κυκλοφορία, φτάνοντας στην κορυφή της κατάταξης στις 30 Αυγούστου 2025. Ήταν το τέταρτο τραγούδι του συγκροτήματος που εισήλθε στο συγκεκριμένο chart, γεγονός που εξηγεί ίσως την επιλογή των υπευθύνων επικοινωνίας της κυβέρνησης να χρησιμοποιήσουν ένα έργο με τέτοια συναισθηματική απήχηση.
Η στάση των Radiohead δεν είναι μεμονωμένη. Πριν από λίγο καιρό, ο Jonny Greenwood, ο κιθαρίστας του συγκροτήματος, είχε ζητήσει την αφαίρεση μέρους της μουσικής που συνέθεσε για την ταινία «Phantom Thread» του Paul Thomas Anderson από το ντοκιμαντέρ «Melania» για τη Melania Trump.
Παρόλο που ο ίδιος δεν κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα της συγκεκριμένης σύνθεσης, υποστήριξε ότι η Universal δεν τον συμβουλεύτηκε για τη χρήση της από τρίτους, κάτι που αποτελούσε παραβίαση της συμφωνίας του ως συνθέτη.
Η τακτική της κυβέρνησης Trump να επενδύει τα βίντεό της με μουσική καλλιτεχνών που είναι βέβαιο ότι θα αντιδράσουν φαίνεται να είναι εσκεμμένη. Ονόματα όπως η Sabrina Carpenter, η Olivia Rodrigo και η SZA έχουν καταδικάσει δημόσια τη χρήση των έργων τους σε προπαγανδιστικό υλικό που συνδέεται με τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική.
Ωστόσο, το νομικό πλαίσιο που διέπει τις άδειες μουσικής στα social media αφήνει ελάχιστα περιθώρια στους καλλιτέχνες να επιβάλουν την αφαίρεση του περιεχομένου, κάτι που η κυβέρνηση φαίνεται να εκμεταλλεύεται για να προκαλέσει αντιδράσεις.
Η SZA σχολίασε με ιδιαίτερη πίκρα αυτή την κατάσταση, λέγοντας: «Το να χρησιμοποιεί ο Λευκός Οίκος ως δόλωμα την οργή των καλλιτεχνών για δωρεάν προώθηση είναι η κορύφωση του απόλυτου σκότους… απανθρωπιά και τακτικές σοκ και δέους… Κακό και βαρετό».
Συχνά, μάλιστα, οι επίσημες απαντήσεις του Λευκού Οίκου περιέχουν ειρωνικά λογοπαίγνια με τους τίτλους των τραγουδιών, όπως συνέβη στην περίπτωση της Sabrina Carpenter, όπου εκπρόσωπος ξεκίνησε την απάντησή του λέγοντας: «Εδώ είναι ένα “Short n’ Sweet” μήνυμα για τη Sabrina Carpenter».
Πίσω από τη μουσική διαμάχη κρύβεται μία ζοφερή πραγματικότητα. Η ICE βρίσκεται υπό έντονη κριτική για τις βίαιες μεθόδους της, ακολουθώντας τις εντολές του Donald Trump για τη μαζική απέλαση μεταναστών χωρίς έγγραφα.
Κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στο Μάντσεστερ και τη Μινεάπολις τον Ιανουάριο, πράκτορες της ICE πυροβόλησαν θανάσιμα δύο Αμερικανούς πολίτες. Η Renee Good έχασε τη ζωή της ενώ προσπαθούσε να απομακρυνθεί ειρηνικά με το αυτοκίνητό της, ενώ ο Alex Pretti, ένας νοσηλευτής σε μονάδα εντατικής θεραπείας νοσοκομείου βετεράνων, σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βοηθήσει μία γυναίκα που είχε πέσει στο έδαφος.
Αυτά τα περιστατικά έχουν κινητοποιήσει πολλούς καλλιτέχνες που τάσσονται κατά των πρακτικών της ICE. Ανάμεσά τους η Billie Eilish, η Lady Gaga, ο Bad Bunny, ο Justin Bieber, η Chappell Roan και η Kehlani. Ο Tom Morello των Rage Against the Machine διοργάνωσε μία συναυλία στη Μινεάπολη για την οικονομική ενίσχυση των οικογενειών των θυμάτων, δηλώνοντας πως στόχος του ήταν «να υπερασπιστεί τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη».
Ακόμα και ο Bruce Springsteen, γνωστός για την κριτική του απέναντι στον πρόεδρο, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο ένα νέο τραγούδι με τίτλο «Streets of Minneapolis», το οποίο στρέφεται κατά της ICE. Τον Φεβρουάριο, ανακοίνωσε την περιοδεία «Land of Hope and Dreams», η οποία, όπως είπε, γίνεται «προς υπεράσπιση της Αμερικής».
Η περίπτωση των Radiohead αναδεικνύει μία βαθύτερη σύγκρουση για το ποιος ελέγχει το νόημα της τέχνης. Για μία μπάντα που πάντα προσέγγιζε τη μουσική της με σχεδόν ευλαβική σοβαρότητα, η χρήση ενός τραγουδιού για την απομόνωση και την απογοήτευση, όπως το «Let Down», ως χαλί για πολιτικά μηνύματα μίσους, αποτελεί τη μέγιστη προσβολή. Η απάντησή τους δεν είναι απλώς μία νομική απαίτηση, αλλά μία πράξη προστασίας της στιχουργικής και αισθητικής τους ακεραιότητας.
Η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο τα πνευματικά δικαιώματα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία προσπαθεί να απορροφήσει την πολιτιστική ισχύ των καλλιτεχνών για να νομιμοποιήσει βίαιες πρακτικές. Οι Radiohead, πιστοί στην πορεία τους, αρνούνται να γίνουν το soundtrack μιας πολιτικής που θεωρούν απάνθρωπη, υπενθυμίζοντας ότι η μουσική έχει τη δική της ηθική πυξίδα που δεν μπορεί να εξαγοραστεί ή να καταπατηθεί χωρίς συνέπειες.
