Οι Run-D.M.C. επιστρέφουν στο «Raising Hell», τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ που έφερε τη hip-hop στο κέντρο της μουσικής βιομηχανίας. Ο Darryl «D.M.C.» McDaniels και ο Joseph «Run» Simmons μιλούν για τον ρόλο του Jam Master Jay, τη συνεργασία με τους Aerosmith και έναν δίσκο που έγινε ο πρώτος rap τίτλος με πλατινένιες πωλήσεις, ανοίγοντας έναν δρόμο που σήμερα μοιάζει αυτονόητος.
Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Raising Hell» εξακολουθεί να ακούγεται σαν σημείο καμπής. Το τρίτο άλμπουμ των Run-D.M.C. έδειξε ότι τη hip-hop μπορούσε να διεκδικήσει χώρο στα μεγαλύτερα charts, στα βραβεία, στο ραδιόφωνο και στις αρένες, χωρίς να χάσει τη γλώσσα και τον χαρακτήρα που είχε αποκτήσει στους δρόμους της Νέας Υόρκης.
Ο Darryl «D.M.C.» McDaniels και ο Joseph «Run» Simmons ανατρέχουν πλέον στην εποχή εκείνη έχοντας πλήρη εικόνα της επίδρασης του δίσκου. Το συγκρότημα από το Κουίνς είχε ήδη αποκτήσει σημαντικό κοινό πριν από το «Raising Hell», όμως το άλμπουμ που κυκλοφόρησε στις 15 Μαΐου 1986 άλλαξε την κλίμακα των πραγμάτων.
«Το “Raising Hell” ήταν ξεχωριστό επειδή δεν προσπαθούσαμε να φτιάξουμε ένα άλμπουμ για τη μουσική βιομηχανία· προσπαθούσαμε να φτιάξουμε ένα hip-hop άλμπουμ», εξήγησε ο D.M.C.
Η φράση συνοψίζει την ένταση που βρισκόταν στο κέντρο της πορείας των Run-D.M.C. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η hip-hop είχε ήδη αφήσει πίσω της τα πρώτα πάρτι στο Μπρονξ και είχε αρχίσει να δημιουργεί μία αυτόνομη δισκογραφική αγορά. Παρέμενε, όμως, ένα είδος που μεγάλο μέρος της βιομηχανίας αντιμετώπιζε ως πρόσκαιρο φαινόμενο, κατάλληλο περισσότερο για singles παρά για ολοκληρωμένα άλμπουμ με διάρκεια.
Οι Run-D.M.C. αμφισβήτησαν αυτή την αντίληψη μέσα από τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζαν τη μουσική τους. Ο λιτός ήχος, τα σκληρά ντραμς, οι κιθάρες και οι εναλλαγές των δύο MCs έδιναν στα τραγούδια μία αμεσότητα που λειτουργούσε εξίσου καλά στα πάρτι και στις μεγάλες συναυλίες. Η εικόνα τους, με τα μαύρα ρούχα, τα καπέλα και τα Adidas χωρίς κορδόνια, προερχόταν από τη γειτονιά τους και σύντομα απέκτησε παγκόσμια αναγνωρισιμότητα.
Το «Raising Hell» μπήκε στο Billboard 200 και έφτασε έως το No. 3, επίδοση εξαιρετικά σπάνια για hip-hop άλμπουμ εκείνη την περίοδο. Η εμπορική του πορεία στηρίχθηκε σε τραγούδια που έδειχναν διαφορετικές πλευρές του συγκροτήματος: το «My Adidas» συνέδεσε τη μουσική με το προσωπικό τους στιλ, το «It’s Tricky» ανέδειξε την ακρίβεια και το χιούμορ των στίχων τους, ενώ το «Walk This Way» άνοιξε μία συζήτηση που ξεπερνούσε τα όρια της hip-hop.
«Το “Raising Hell” είναι το πρότυπο, το σχέδιο πάνω στο οποίο βασίστηκαν οι επόμενοι. Είναι το “Sgt. Pepper’s” της hip-hop. Έκανε όλους όσοι ήρθαν μετά από εμάς να καταλάβουν ότι, αν θέλεις να φτιάξεις ένα άλμπουμ, πρέπει να το κάνεις σε αυτό το επίπεδο», συνέχισε ο D.M.C.
Η σύγκριση με το «Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band» των Beatles αφορά κυρίως τη θέση που κατέκτησε το «Raising Hell» στην ιστορία του είδους. Έδωσε στο hip-hop άλμπουμ το βάρος ενός ολοκληρωμένου δίσκου και έθεσε ψηλότερα τον πήχη για την παραγωγή, τα singles και τη συνολική παρουσίαση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι μεγάλες δισκογραφικές δεν μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν τις εμπορικές δυνατότητες της rap.
Το πιο γνωστό άνοιγμα προς ένα ευρύτερο κοινό ήρθε μέσα από το «Walk This Way», τη διασκευή του τραγουδιού των Aerosmith. Η ιδέα της συνεργασίας έφερε δίπλα στους Run-D.M.C. τον Steven Tyler και τον Joe Perry, δημιουργώντας μία συνάντηση ανάμεσα στη hip-hop και τη rock που είχε ουσιαστική σημασία και για τις δύο πλευρές.
Το τραγούδι έφτασε στο No. 4 του Billboard Hot 100 και έγινε το πρώτο hip-hop single που μπήκε στο Top 5 του chart. Η επιτυχία του έδωσε στους Run-D.M.C. πρόσβαση σε ακροατές που μέχρι τότε δεν παρακολουθούσαν τη rap, ενώ βοήθησε και τους Aerosmith να επιστρέψουν δυναμικά στο προσκήνιο έπειτα από μία δύσκολη περίοδο στην καριέρα τους.
Η συνεργασία συχνά παρουσιάζεται ως η στιγμή που η rock συνάντησε τη hip-hop. Η ιστορία είναι πιο σύνθετη. Οι πρώτοι DJs της hip-hop χρησιμοποιούσαν ήδη rock δίσκους, breakbeats και κιθαριστικά riffs στις επιλογές τους. Οι Run-D.M.C. μετέφεραν αυτή τη συγγένεια σε ένα τραγούδι που μπορούσε να κυκλοφορήσει ευρέως, να παιχτεί στην τηλεόραση και να γίνει κατανοητό από το μαζικό κοινό.
Το video του «Walk This Way», με έναν τοίχο να χωρίζει αρχικά τα δύο συγκροτήματα, αποτύπωσε με απλό τρόπο τους διαχωρισμούς της αμερικανικής μουσικής αγοράς. Όταν ο Steven Tyler περνούσε μέσα από τον τοίχο, η σκηνή λειτουργούσε ως καθαρό σχόλιο για τα σύνορα ανάμεσα στα είδη, στα ραδιόφωνα και στα διαφορετικά ακροατήρια.
Παράλληλα, το «My Adidas» έδειξε μία άλλη πλευρά της δύναμης των Run-D.M.C. Το τραγούδι βασίστηκε σε ένα καθημερινό στοιχείο της εμφάνισής τους και μετέτρεψε ένα ζευγάρι παπούτσια σε σύμβολο ταυτότητας. Η σχέση που ακολούθησε με την Adidas θεωρείται βασικό κεφάλαιο στην ιστορία των συνεργασιών ανάμεσα στους καλλιτέχνες της hip-hop και στις μεγάλες εταιρείες ένδυσης.
Η επιτυχία του άλμπουμ συνοδεύτηκε από πρωτιές που σήμερα εξηγούν καλύτερα το μέγεθος της αλλαγής. Οι Run-D.M.C. έγιναν το πρώτη hip-hop συγκρότημα που έλαβε υποψηφιότητα για Grammy, ενώ το «Raising Hell» έγινε το πρώτο rap άλμπουμ που απέκτησε πλατινένια πιστοποίηση πωλήσεων.
Αυτές οι επιδόσεις είχαν μεγαλύτερη σημασία από έναν αριθμό σε ένα chart. Έδειχναν ότι ένα hip-hop συγκρότημα μπορούσε να έχει διάρκεια, να πουλά άλμπουμ σε μεγάλη κλίμακα και να στηρίζει εκτεταμένες περιοδείες. Το είδος αποκτούσε πλέον οικονομική δύναμη, θεσμική παρουσία και πρόσβαση σε χώρους που προηγουμένως παρέμεναν κλειστοί.
Στο κέντρο του «Raising Hell» βρισκόταν ο Jam Master Jay. Ως DJ και βασικός συνεργάτης στη διαμόρφωση του ήχου των Run-D.M.C., ο Jason “Jam Master Jay” Mizell δεν λειτουργούσε ως απλός συνοδός των δύο MCs. Η δουλειά του στα πικάπ, η αίσθηση του ρυθμού και η συμβολή του στην παραγωγή έδιναν συνοχή στα τραγούδια.
«Στα 40 χρόνια, προσεύχομαι να ανταποκρίνεται σε αυτό που νιώθαμε εγώ και ο D. το ’87, όταν βγαίναμε σε περιοδεία», είπε ο Run.
«Ο Jam Master Jay ήταν τα πάντα για το “Raising Hell”… Ήταν σαν μία ολόκληρη μπάντα μόνος του όταν έφτιαχνε το “Raising Hell”», πρόσθεσε ο Run.
Η αναφορά στον Jam Master Jay αποκτά ιδιαίτερο βάρος εξαιτίας της δολοφονίας του το 2002. Η απουσία του παραμένει αναπόσπαστο μέρος κάθε επιστροφής στην ιστορία των Run-D.M.C., καθώς η μουσική τους βασιζόταν στη σχέση τριών ανθρώπων με διακριτούς ρόλους. Ο Run και ο D.M.C. βρίσκονταν μπροστά στα μικρόφωνα, όμως ο Jam Master Jay ήταν ο άνθρωπος που κρατούσε τον ρυθμικό πυρήνα και συνέδεε τις ιδέες τους.
Η περιοδεία που ακολούθησε την επιτυχία του άλμπουμ επιβεβαίωσε τη νέα θέση του συγκροτήματος. Οι Run-D.M.C. εμφανίζονταν πλέον μπροστά σε πολύ μεγαλύτερα ακροατήρια, κουβαλώντας μία μουσική που λίγα χρόνια νωρίτερα παιζόταν κυρίως σε πάρκα, κλαμπ και μικρούς χώρους της Νέας Υόρκης. Η μετάβαση ήταν γρήγορη και δημιούργησε ένα μοντέλο επαγγελματικής πορείας για τις επόμενες γενιές.
Το «Raising Hell» παραμένει σημαντικό επειδή αποτυπώνει μία περίοδο κατά την οποία οι κανόνες της hip-hop γράφονταν σε πραγματικό χρόνο. Οι Run-D.M.C. δεν είχαν μπροστά τους έναν καθιερωμένο δρόμο προς την παγκόσμια επιτυχία. Χρειάστηκε να διευρύνουν οι ίδιοι τα όρια του είδους, μέσα από τη μουσική, τις εμφανίσεις, τα video και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν τη δημόσια εικόνα τους.
Η κληρονομιά του δίσκου φαίνεται και στη σημερινή θέση της hip-hop. Τα rap άλμπουμ κυριαρχούν συχνά στα charts, οι καλλιτέχνες συνεργάζονται με ονόματα από κάθε μουσικό χώρο και οι εμπορικές συμφωνίες με εταιρείες μόδας αποτελούν σταθερό μέρος της βιομηχανίας. Πίσω από πολλές από αυτές τις πρακτικές βρίσκεται η διαδρομή που άνοιξαν οι Run-D.M.C.
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το «Raising Hell» διατηρεί την ενέργεια μιας εποχής κατά την οποία όλα έμοιαζαν ανοιχτά. Η αξία του βρίσκεται στα τραγούδια του, στις ιστορικές πρωτιές και στην αυτοπεποίθηση με την οποία ένα συγκρότημα από το Κουίνς απαίτησε να ακουστεί με τους δικούς του όρους.
Η επέτειος θυμίζει ότι οι μεγάλες αλλαγές στη μουσική ξεκινούν συχνά από ανθρώπους που γνωρίζουν ακριβώς ποιοι είναι. Οι Run-D.M.C. μπήκαν στο στούντιο για να φτιάξουν ένα αυθεντικό hip-hop άλμπουμ και κατέληξαν να αλλάξουν τη θέση ολόκληρου του είδους. Το «Raising Hell» παραμένει το ίχνος εκείνης της στιγμής: ένας δίσκος που έκανε το μέλλον να φαίνεται ξαφνικά πολύ μεγαλύτερο.
