Με αφορμή το νέο ντοκιμαντέρ τους και μία σπάνια συνέντευξη, οι Gary Barlow, Howard Donald και Mark Owen των Take That μιλούν ανοιχτά για τις στιγμές που λύγισαν και τη δύναμη που τους κράτησε ενωμένους.
Τριάντα και πλέον χρόνια μετά την εκτόξευσή τους στην κορυφή της παγκόσμιας μουσικής, η ιστορία των Take That παραμένει μία συναρπαστική αφήγηση επιτυχίας, απώλειας και, τελικά, ανθεκτικότητας.
Σε μία σπάνια και βαθιά εξομολογητική συνάντηση με την publicist που τους ανέδειξε τη δεκαετία του ’90, Nicki Chapman, για τις ανάγκες της εκπομπής της «Pop Idols», οι Gary Barlow, Howard Donald και Mark Owen έκαναν μία ειλικρινή αναδρομή στις πιο ταραγμένες στιγμές της πορείας τους.
Καθώς το ντοκιμαντέρ τους στο Netflix συνεχίζει να κερδίζει το κοινό παγκοσμίως, το τρίο μοιράστηκε τις σκέψεις του για τα ρήγματα που παραλίγο να διαλύσουν οριστικά ένα από τα πιο αγαπημένα συγκροτήματα όλων των εποχών.
Οι αποχωρήσεις του Robbie Williams και, αργότερα, του Jason Orange, παραμένουν τα κεφάλαια που καθόρισαν όχι μόνο τη δομή, αλλά και την ψυχοσύνθεση της μπάντας. Για τον κόσμο ήταν απλώς ειδήσεις, για εκείνους όμως ήταν η διάλυση μιας οικογένειας που χτίστηκε κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη της δημοσιότητας.
«Πιστεύαμε ότι ο Robbie θα γυρνούσε. Δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι ήταν για πάντα», παραδέχτηκε ο Howard Donald, αποκαλύπτοντας την αφέλεια με την οποία αντιμετώπισαν τότε την κατάσταση. «Ο Robbie ήταν ένα μικρό αγόρι όταν έφυγε, και δεν μπορούσαμε να μπούμε στο μυαλό του, να καταλάβουμε τι περνούσε».
Η απώλεια του Jason Orange, χρόνια αργότερα, ήταν εξίσου βαριά, αν και διαφορετικής φύσης. Ήταν μία απόφαση πιο συνειδητή, πιο ώριμη, που όμως άφησε το ίδιο κενό.
«Το να χάνουμε τον Jason ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος… παρόλο που κατά κάποιον τρόπο το περίμενα», μοιράστηκε ο Howard. «Νιώθω ότι απλώς είχε χορτάσει από τη δόξα και την αναγνωρισιμότητα».
Ο Mark Owen, από την πλευρά του, προσέγγισε τις δύο αποχωρήσεις με μία αίσθηση σεβασμού για την προσωπική τους αλήθεια, συμπληρώνοντας: «Πιστεύω ότι τόσο ο Rob όσο και ο Jason πήραν πολύ γενναίες αποφάσεις».
Στην καρδιά αυτής της δυναμικής, ο Gary Barlow πρόσφερε μία σπάνια, ευάλωτη ματιά στη δική του εξέλιξη μέσα στο γκρουπ. Ανατρέχοντας στο ντοκιμαντέρ της επανένωσής τους το 2005, «For The Record», θυμήθηκε τον τρόμο που ένιωθαν όλοι τους μπροστά στην πιθανότητα μιας «στημένης» προσέγγισης από τα media. Ήταν όμως η εσωτερική του διαδρομή που είχε τη μεγαλύτερη σημασία.
«Στη δεκαετία του ’90, ποτέ δεν ένιωσα πραγματικά ότι ήμουν σε ένα συγκρότημα», εξομολογήθηκε. «Πάντα ένιωθα σαν ένας σόλο καλλιτέχνης μέσα σε ένα συγκρότημα. Αλλά όταν ξαναβρεθήκαμε, δεν είχα ποτέ μεγαλύτερη ανάγκη αυτά τα παιδιά από ό,τι τότε. Και αυτό που νιώσαμε ήταν δυνατό».
Αυτή η αίσθηση της αλληλεξάρτησης και της συλλογικής δύναμης είναι που τους κρατά ενωμένους, ακόμα και σήμερα που οι επιτυχίες τους σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Παρά τη σιγουριά που αποπνέουν στη σκηνή, παραδέχονται ότι ζουν με μία διαρκή αίσθηση ευθραυστότητας.
«Ακόμα πιστεύουμε ότι όλα θα μπορούσαν να τελειώσουν αύριο και θα γυρίζαμε στις πρωινές μας δουλειές», σχολίασε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Mark, αποτυπώνοντας μία βαθιά ριζωμένη ανασφάλεια που τους κρατά προσγειωμένους.
Μέσα σε αυτές τις σοβαρές αναλύσεις, ο Howard βρήκε χώρο και για μία πιο ανάλαφρη ανάμνηση, αστειευόμενος πως η δεκαετία του ’90 ήταν γι’ αυτόν μία «θολούρα», όπου έλεγε ψέματα ότι πήγαινε να δει τη μητέρα του για να μπορέσει να συναντήσει κρυφά την κοπέλα του.
Το βλέμμα τους, ωστόσο, είναι σταθερά στραμμένο στο μέλλον. Οι δημιουργικές φλόγες δεν έχουν σβήσει, και ο Gary Barlow το επιβεβαίωσε, κλείνοντας τη συζήτηση με μία υπόσχεση: «Γράφουμε τραγούδια εδώ και περίπου έναν χρόνο, με την ελπίδα να έχουμε έναν νέο δίσκο το φθινόπωρο».
Η ιστορία των Take That, τελικά, συνεχίζεται, χτισμένη πάνω στα θεμέλια των πληγών που τους ένωσαν περισσότερο από ποτέ.
Είναι κάτι βαθιά συγκινητικό το να βλέπεις τρεις άνδρες, που κάποτε υπήρξαν τα είδωλα μιας ολόκληρης γενιάς, να στέκονται σήμερα με τέτοια αφοπλιστική ειλικρίνεια απέναντι στο παρελθόν τους. Δεν προσπαθούν να ωραιοποιήσουν τις ρωγμές. Aντίθετα, τις αναδεικνύουν ως τα παράσημα μιας πορείας που τους δίδαξε ότι η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται με πλατινένιους δίσκους, αλλά με τη δύναμη να κοιτάζεις τον άλλον στα μάτια και να ξέρεις ότι είσαι ασφαλής.
