Με το νέο του άλμπουμ «Deadbeat», ο εγκέφαλος των Tame Impala καταρρίπτει τα τείχη του ηχητικού μαξιμαλισμού για να αναζητήσει την πιο ειλικρινή εκδοχή της ανθρώπινης επαφής.
Στην παγκόσμια μουσική σκηνή, ελάχιστοι δημιουργοί έχουν καταφέρει να ταυτίσουν το όνομά τους με την έννοια του ηχητικού αρχιτέκτονα όσο ο Kevin Parker. Για χρόνια, πίσω από το προσωπείο των Tame Impala, ο Αυστραλός καλλιτέχνης έχτιζε πολυεπίπεδα ψυχεδελικά οικοδομήματα, τόσο πυκνά και λεπτομερή, που έμοιαζαν να προστατεύουν τον δημιουργό τους από την κοινή θέα.
Φέτος, πέντε χρόνια μετά το επιτυχημένο «The Slow Rush» του 2020, ο Kevin Parker επέστρεψε με το πέμπτο του άλμπουμ, το «Deadbeat», το οποίο κυκλοφόρησε στις 17 Οκτωβρίου, επιλέγοντας μία εντελώς διαφορετική οδό: αυτή της απόλυτης έκθεσης.
Η αφετηρία αυτού του νέου κεφαλαίου είναι τόσο απλή όσο και ριζοσπαστική. Το άλμπουμ ανοίγει με την ηχογράφηση ενός φωνητικού μηνύματος, όπου ο Kevin Parker τραγουδά μόνος στο κινητό του. Δεν υπάρχει επεξεργασία, δεν υπάρχουν στρώματα ήχων, παρά μόνο η γυμνή αλήθεια μιας στιγμής.
Όπως εξήγησε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό RUSSH: «Φτιάχνω πολλά φωνητικά σημειώματα. Τα άκουγα στο αυτοκίνητο μία μέρα και συνειδητοποίησα πόσο οικεία είναι. Δεν έχουν ηχογραφηθεί καλά, απλώς ένα σκατένιο μικρόφωνο iPhone». Αυτή η αίσθηση του ατελούς ήταν ακριβώς αυτό που αναζητούσε για να προσδώσει στο άλμπουμ μία πιο ανθρώπινη διάσταση.
Η στροφή αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά το αποτέλεσμα μιας βαθιάς ενδοσκόπησης. Ο 39χρονος πλέον μουσικός παραδέχεται ότι η πολυπλοκότητα των προηγούμενων έργων του λειτουργούσε συχνά ως προσωπείο.
«Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν είχα εκτεθεί στη μουσική μου στο παρελθόν», εξομολογείται. «Πάντα έφτιαχνα τα πράγματα τόσο πυκνά, τόσο γεμάτα, που κατέληγα να κρύβομαι. Μπορείς να ξεχάσεις πόσο σημαντικό είναι να έχεις μία φωνή και να γράφεις λόγια. Μπορείς να πέσεις θύμα των ανασφαλειών σου».
Με το «Deadbeat», ο Kevin Parker αποφάσισε να κοιτάξει κατάματα αυτές τις ανασφάλειες, επιτρέποντας στον εαυτό του να φανεί «εκτεθειμένος» και «ανθρώπινος».
Η προσωπική φύση του δίσκου αντικατοπτρίζεται ακόμη και στο εξώφυλλό του, το οποίο κοσμεί η μικρή του κόρη, Peach. Σε έναν κόσμο που σπεύδει να εξάγει συμπεράσματα, ο τίτλος του άλμπουμ σε συνδυασμό με την εικόνα του παιδιού του δημιούργησε μία ειρωνική παρεξήγηση, την οποία ο ίδιος αντιμετωπίζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
«Ειλικρινά, το να τη βάλω στο εξώφυλλο ήταν ίσως το πιο παραπλανητικό πράγμα που θα μπορούσα να έχω κάνει», αναφέρει χαρακτηριστικά.
«Οι άνθρωποι βλέπουν τη λέξη “Deadbeat” και μία φωτογραφία εμένα και του παιδιού μου και σκέφτονται, “α, κατάλαβα – ο αποτυχημένος πατέρας”. Αλλά δεν ήταν καθόλου αυτό. Ήταν απλώς προσωπικό. Απλώς… ανθρώπινο. Μερικές φορές η τέχνη είναι απλώς το να βάζεις πράγματα μαζί και να τα αφήνεις να σημαίνουν ό,τι σημαίνουν. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αυτή η φωτογραφία και αυτός ο τίτλος λειτουργούν μαζί, απλώς λειτουργούν. Για μένα, ήταν σαν να λέω: “Εδώ είμαι. Αυτός είμαι”», εξηγεί.
Μουσικά, το «Deadbeat» σηματοδοτεί μία στροφή προς τις επιρροές των rave πάρτι της Δυτικής Αυστραλίας και της κουλτούρας του «bush doof» (των υπαίθριων χορευτικών πάρτι στην αυστραλιανή ύπαιθρο). Είναι ένας ήχος που συνδυάζει την ηλεκτρονική ενέργεια με μία πρωτόγονη, σχεδόν τελετουργική αίσθηση ελευθερίας.
Όμως, κάτω από τους ρυθμούς, ο πυρήνας παραμένει η αναζήτηση της σύνδεσης.
«Νομίζω ότι το “Deadbeat” αφορά τη σύνδεση. Ή ίσως τον αγώνα για σύνδεση», σημειώνει ο Kevin Parker. «Με τον εαυτό σου, με τους άλλους, με την πραγματικότητα. Ήθελα να ακούγεται ανθρώπινο, εκτεθειμένο. Συνειδητοποίησα ότι δεν το είχα κάνει ποτέ πραγματικά αυτό στο παρελθόν».
Σε μία εποχή όπου η μουσική παραγωγή τείνει προς την αποστειρωμένη τελειότητα των αλγορίθμων, η επιλογή του Kevin Parker να αναδείξει τις ατέλειές του είναι μία πράξη καλλιτεχνικής επανάστασης. Το «Deadbeat» δεν είναι απλώς ένας δίσκος που γεμίζει το κενό μιας πενταετίας, είναι η κατάθεση ενός ώριμου δημιουργού που δεν φοβάται πια να χαμηλώσει την ένταση της παραγωγής για να ακουστεί η καθαρή του φωνή.
Το ταξίδι των Tame Impala, από τα μοναχικά πειράματα στο Περθ μέχρι τις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, βρίσκει στο «Deadbeat» την πιο ειλικρινή του στάση. Είναι μία υπενθύμιση ότι η πραγματική δύναμη της τέχνης δεν βρίσκεται πάντα στον όγκο του ήχου, αλλά στη γενναιότητα του να στέκεσαι μπροστά στο κοινό σου χωρίς καμία πανοπλία, λέγοντας απλώς την αλήθεια σου.
Ο Kevin Parker μπορεί να τιτλοφορεί τον εαυτό του «Deadbeat», αλλά στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ήταν πιο παρών.
