Στο πρώτο του άλμπουμ μετά από πέντε χρόνια, ο Kevin Parker ξαναγεννά τους Tame Impala μέσα από ένα μινιμαλιστικό, συναισθηματικά φορτισμένο rave όνειρο.
Οι Tame Impala —το εγχείρημα ψυχεδελικής ευφυΐας του Kevin Parker— κυκλοφορούν το πέμπτο τους άλμπουμ, «Deadbeat».
Το «Deadbeat», ένα έργο που θυμίζει εξομολόγηση αλλά χορεύει με τη ρυθμική ένταση ενός μεσονύχτιου rave, σηματοδοτεί την πιο ειλικρινή στιγμή τους ως τώρα. Η κυκλοφορία του άλμπουμ συνοδεύεται από νέο video clip για το τραγούδι «My Old Ways», σε σκηνοθεσία Kristofski, το οποίο αποτυπώνει cinéma vérité πλάνα από τη δημιουργική περιπλάνηση του Parker ανά τον κόσμο.
Το άλμπουμ προανήγγειλαν τρία singles, τα «Loser», «End of Summer» και «Dracula» – με το τελευταίο να κάνει είσοδο στο Billboard Hot 100. Αν αυτά τα κομμάτια έστρωσαν το χαλί, το «My Old Ways» ξεσκεπάζει την καρδιά.
Είναι μία στιγμή αυτοεξομολόγησης στο πιάνο, τραγουδισμένη με εκείνο το ελαφρώς σπασμένο falsetto που μοιάζει να πλάθει φράσεις από σκόνη και μελαγχολία. «Και να ’μαι πάλι εδώ / Δεν νιώθω καλά / Πρέπει να μου τέλειωσαν οι δικαιολογίες / Το ήξερα ότι θα γινόταν», τραγουδά — μία φράση που αποκαλύπτει έναν άνδρα που κοιτάζει κατάματα την αλήθεια του.
Στο «Deadbeat», ο Kevin Parker χτίζει ένα σύμπαν από διαβολικά δυναμικές club-psych εξερευνήσεις που αντλούν έμπνευση από την αυστραλιανή «bush doof» κουλτούρα της δεκαετίας του ’90 — τα υπαίθρια raves γύρω από το Margaret River. Εκεί, μες στη σκόνη και τον ιδρώτα, γεννήθηκε ένα νέο μουσικό DNA: αυτό που ο Parker αποκαλεί «ένα είδος μελλοντικού πρωτόγονου rave σχήματος».
Από τις απαρχές τους, οι Tame Impala υπήρξαν μία ηλεκτρισμένη συγχώνευση ψυχεδέλειας, pop, soul και hip-hop. Πάντα με εκείνον τον μελετημένο σουρεαλισμό που έκανε τα τραγούδια να μοιάζουν με ημερολόγιο εσωτερικών διαδρομών.
Στο νέο άλμπουμ τους, ο Parker δείχνει να αποδέχεται πλήρως τον εαυτό του —τον άνθρωπο πίσω από το μύθο— σ’ ένα έργο που αναπνέει την αποδοχή της ανθρώπινης ατέλειας.
Από το «Currents» στην ωριμότητα του σκοταδιού
Οι τελευταίες δεκαετίες έβγαλαν πολλούς ηχητικούς ονειροπόλους, λίγοι όμως κρατούν το όνομά τους τόσο επιδραστικό όσο ο Kevin Parker.
Ο Αυστραλός δημιουργός, γνωστός για τη space‑rock φαντασία του και τη μανιακή τελειομανία στο στούντιο, έχει βάλει την υπογραφή του σε εμβληματικούς δίσκους των Rihanna («Anti»), Lady Gaga («Joanne»), Dua Lipa («Radical Optimism»), ενώ φέτος κέρδισε το πρώτο του Grammy χάρη στη συνεργασία του με τους Justice.
Από το εκθαμβωτικό «Currents» του 2015 μέχρι το πιο αχανές «The Slow Rush» του 2020, ο Parker φάνηκε να διολισθαίνει σταδιακά από τη φουτουριστική ευφορία προς έναν πιο στοχαστικό ρεαλισμό. Ο 39χρονος πια πατέρας αναδεικνύει στο «Deadbeat» μία λιτότητα που δεν αρνείται τη λάμψη, αλλά την προσγειώνει σ’ έναν κόσμο όπου το ξενύχτι αφήνει για λίγο χώρο στην αυτογνωσία.
Το άλμπουμ σχεδιάστηκε ανάμεσα στο Fremantle —τη γενέτειρα του Parker— και το προσωπικό του στούντιο Wave House στο Injidup της Δυτικής Αυστραλίας. Καρπός χρόνων απομονωμένων ηχογραφήσεων και εκρήξεων αυθορμητισμού, το «Deadbeat» ακούγεται σαν το έργο ενός καλλιτέχνη που έμαθε να αφήνει τον έλεγχο. Ο μινιμαλισμός και η τραχύτητα της μουσικής δίνουν μία αίσθηση ακατέργαστης μαγείας.
Στο «No Reply», μέσα σε θορυβώδη lo‑fi ρυθμό, ο Parker μιλά για βραδιές μοναξιάς και τηλεοπτικά ξεσκονίσματα του «Family Guy», καθώς οι φίλοι του διασκεδάζουν έξω. Το «Dracula» μεταμορφώνει τη νυχτερινή διασκέδαση σε ανάμνηση υπαρξιακής αποξένωσης: «Οι φίλοι μου λένε, “Σκάσε Kevin, απλά μπες στο αυτοκίνητο” / Εγώ θέλω απλά να είμαι εκεί που είσαι εσύ».
Και στο «Loser», μία ειρωνικά φωτεινή εξομολόγηση στο ύφος του Beck, συνοψίζει: «Αυτά για το κλείσιμο του κεφαλαίου, έχασα την ψυχραιμία μου / Έλαβα το μήνυμα, έμαθα το μάθημά μου».
Η φαντασμαγορία της απλότητας
Παρά την αίσθηση εγκράτειας, το «Deadbeat» αφθονεί πλούσιων μουσικών στιγμών. Τα «Ethereal Connection» και «End of Summer» ξεδιπλώνονται σαν ψυχεδελικές house οάσεις που ξεπερνούν τα επτά λεπτά, προσφέροντας σχεδόν καθαρτική εμπειρία ακρόασης.
Το «Oblivion» λάμπει με γλυκούς ήχους πλήκτρων και ανάλαφρο groove, ενώ τα «Obsolete» και «Piece of Heaven» διατρέχουν σαγηνευτικά R&B μονοπάτια των ’80s.
Το δεύτερο, ιδίως, αγγίζει κάτι τρυφερά ουσιώδες: ένα αργό, φωτεινό slow jam όπου ο Parker τραγουδά για το χάος ενός υπνοδωματίου που γίνεται καταφύγιο. Θυμίζει τον Brian Wilson σε συνομιλία με τον Marvin Gaye της εποχής του «Midnight Love». «Αυτό το δωμάτιο είναι ένα χάος / Αλλά νομίζω ότι είναι εντάξει» — ίσως η πιο ανθρώπινη φράση ενός καλλιτέχνη που έμαθε να αγαπά και τις ρωγμές του.
Οι Tame Impala θα ξεκινήσουν την περιοδεία για την προώθηση του «Deadbeat» στις 27 Οκτωβρίου από το Barclays Center του Μπρούκλιν, για τέσσερις συναυλίες, πριν ολοκληρώσουν τις εμφανίσεις τους στις 17 Νοεμβρίου στο The Kia Forum του Λος Άντζελες. Η επόμενη στάση είναι μία εκτενής περιοδεία σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρώπη την άνοιξη του 2026.
Το «Deadbeat» μοιάζει με ήχο συμφιλίωσης: η τελειομανία επιτρέπει στον αυθορμητισμό να εισχωρήσει, το λειασμένο γίνεται τραχύ και το τραχύ, απόλυτα ανθρώπινο. Ο Kevin Parker εξακολουθεί να πλάθει ηχητικούς κόσμους στους οποίους μπορείς να χαθείς — μόνο που αυτή τη φορά δεν ψάχνει απόδραση, αλλά επιστροφή.
Κι αν κάποτε οι Tame Impala μάς ταξίδευαν σ’ ένα όνειρο neon ψυχεδέλειας, τώρα μας προσκαλούν σε κάτι πιο σιγανό, πιο αληθινό: ένα rave μέσα στην καρδιά, όπου η σιωπή χορεύει μαζί με τον ήχο της αποδοχής.
