Ένας ζωντανός θρύλος της pop αναζητά το μέτρο της τελειότητας και το βρίσκει στη λάμψη, την τόλμη και την ελευθερία ενός άλλου θρύλου.
Σε μία εποχή όπου η pop μοιάζει με διαρκή βροχή από στιγμές, trends και εφήμερες λάμψεις, ο Elton John παραμένει το σταθερό βαρόμετρο του γούστου. Όχι μόνο για όσα έζησε και υπέγραψε ο ίδιος, αλλά για την ευαισθησία με την οποία συνεχίζει να ακούει τον κόσμο.
Από εκείνο τον νεαρό μουσικό που περίμενε θρησκευτικά να ακούσει τον John Peel στο ραδιόφωνο, έως τον ιππότη της βρετανικής μουσικής που ανεβαίνει για έναν ακόμη αποχαιρετισμό στη σκηνή του Glastonbury, ο Elton John δεν χάνει ποτέ τον δρόμο του προς τη συγκίνηση.
Και όταν κλήθηκε να ορίσει τον «τέλειο» pop star, γύρισε πίσω στον πιο λαμπερό καθρέφτη των 70s: τον Marc Bolan – τον πρωτοπόρο της glam rock και frontman των T. Rex.
Η διαίσθησή του δεν είναι επίκτητη αρετή, αλλά κάτι σμιλεμένο από μία ζωή αφιερωμένη στο τραγούδι και στη λεπτομέρεια. Το 2019, συμμετέχοντας στο BBC Radio 2, στην εκπομπή «Tracks Of My Years», θυμήθηκε μία ακρόαση που του άλλαξε τον ορίζοντα: το «The Weight» των The Band, από το άλμπουμ «Music from Big Pink».
«Ήμουν θρησκευτικός ακόλουθος του John Peel τότε», είπε. «Έπαιζε όλη τη μεγάλη καινούργια μουσική, και ο Bernie κι εγώ τρελαθήκαμε όταν το ακούσαμε. Δεν είχαμε ξανακούσει κάτι τέτοιο: μία αμερικάνικη μουσική, ψυχωμένη, funκy, χαλαρή και συγχρόνως βαθιά».
Την επόμενη κιόλας μέρα, όπως αφηγήθηκε, ανέβηκε στο Λονδίνο, μπήκε στο «Music Land» και αγόρασε την εισαγωγή. «Μου άλλαξε τη ζωή, όπως μου την είχε αλλάξει ο Elvis Presley. Ο τρόπος που ήταν γραμμένα τα τραγούδια, οι στίχοι, το παίξιμο — όλα αυτά επηρέασαν βαθιά ό,τι έγινε αργότερα στα “Tumbleweed Connection” και “Madman”.»
Δεν είναι μία απλή ανάμνηση δισκοθήκης. Είναι ο χάρτης μιας ευαισθησίας που δεν σταματά να αναζητά και να ερωτεύεται. Ακόμη και λίγο πριν από τη θριαμβευτική, υποτιθέμενη τελευταία, εμφάνισή του στο Glastonbury το 2023, μιλώντας στην Clara Amfo στο BBC Radio 1 και στην εκπομπή «Future Sounds», ο Elton John δεν μιλούσε για setlists ή στατιστικές.
Μιλούσε για τη ρομαντική τελετουργία των βινυλίων: «Με την αναβίωση του φορμάτ, είναι πια πιο εύκολο να βρεις έναν δίσκο σε βινύλιο παρά σε CD. Οι περισσότεροι δεν έχουν CD πια. Το βινύλιο είναι ένας ρομαντικός τρόπος να συλλέγεις μουσική, δεν έχασε ποτέ τη γοητεία του για μένα.»
Σ’ αυτήν την παραδοχή, ακούγεται ο ίδιος νεαρός που στέκεται σε ένα δισκάδικο του Λονδίνου και νιώθει πως κρατά μία υπόσχεση στα χέρια του.

Κι ίσως γι’ αυτό, όταν το 2020 μίλησε στον Guardian για τον Marc Bolan, οι λέξεις του είχαν τη βεβαιότητα εκείνου που ξέρει όχι μόνο πώς φτιάχνεται ένας μύθος, αλλά και γιατί επιβιώνει. Τον ονόμασε «τον τέλειο pop star» και εξήγησε πως, στην περίοδο που ο ίδιος γινόταν ο Elton John, ο Bolan στάθηκε πρότυπο ελευθερίας.
«Ήταν ο τέλειος pop star», είπε. «Τα τραγούδια του ήταν σπουδαία, οι δίσκοι του ροκάρανε, είχε attitude, ήξερε να στέκεται στη σκηνή, έμοιαζε φανταστικός, ντυνόταν όπως έπρεπε. Την ώρα που εγώ ακόμη γινόμουν ο Elton John, ήταν ένα καταπληκτικό πρότυπο. Σκεφτόμουν: «Αυτός ο τύπος δεν δίνει δεκάρα, είναι ο εαυτός του και απολαμβάνει κάθε λεπτό». Κι αυτό είχε τεράστια επίδραση πάνω μου.»
Ο Marc Bolan υπήρξε το άγριο, λαμπερό μισό ενός νομίσματος που από την άλλη πλευρά είχε τον David Bowie: ο ηδονοβλεπτικός ρομαντισμός του, η αφόρητη γοητεία της παρουσίας του, το χάρισμά του να γίνεται προσωπικότητα πέρα από τα τραγούδια — όλα τον μετέτρεψαν σε φαινόμενο.
Όχι μόνο σε δισκογράφο της glam-rock εποχής, αλλά σε τηλεοπτικό είδωλο, σε συλλογικό φλερτ. Η βία της μοίρας που τον πήρε το 1977, στα 29 του, δεν έσβησε το ίχνος – ίσα ίσα το χάραξε βαθύτερα.
Σήμερα, που τόσο συχνά γνωρίζουμε τον καλλιτέχνη πριν ακούσουμε το έργο του, ο Bolan μοιάζει προάγγελος μιας εποχής όπου η ταυτότητα είναι αναπόσπαστο μέρος της μουσικής γλώσσας. Και το κάνει χωρίς κυνισμό: με ενέργεια, ηδονή και αλήθεια.
Ο παραγωγός Tony Visconti, ο άνθρωπος που βρέθηκε στο στούντιο μαζί του στα χρόνια της ακμής, το είπε με την απλότητα της μεγάλης σιγουριάς: «Δεν είχε να κάνει με έγχορδα ή υψηλά standards τεχνικής. Είδα ωμή δύναμη. Είδα ιδιοφυΐα. Είδα έναν εν δυνάμει rock star στον Marc από την πρώτη στιγμή.»
Η κατάφαση αυτή συντονίζεται αναπάντεχα με την επιμονή του Elton John να ψηλαφεί πάντα το ακατέργαστο, το ανυπότακτο, το αληθινό. Το ίδιο ένστικτο που τον έκανε να τρέχει στο «Music Land» για ένα εισαγόμενο βινύλιο, τον έκανε να αναγνωρίσει στον Bolan τον ρυθμό της τελειότητας: όχι ως τεχνική άσκηση, αλλά ως συνάντηση χάρισμα – προσωπικότητα – στιγμή.
Η τελειότητα στην pop, μέσα από αυτό το πρίσμα, δεν είναι ακριβής επιστήμη. Είναι μία ακτινοβολία, η ικανότητα να φτιάχνεις μικρές αυτοκρατορίες διάρκειας τριών λεπτών. Είναι ο τρόπος που μία φιγούρα γεμίζει το κάδρο και το αφήνει με αστερόσκονη.
Ο Bolan το έκανε αυτό αβίαστα: τα τραγούδια του χόρευαν, οι ρυθμοί του κυλούσαν σαν λάδι με σπίθες, το βλέμμα του έσερνε τους προβολείς στο μέρος του και τους έκανε να χαμογελούν. Και πίσω από την επιφάνεια, υπήρχε εκείνη η έντιμη, σχεδόν παιδική λαχτάρα να είναι ο εαυτός του — αυτό που ο Elton John είδε, ζήλεψε, και, εντέλει, κατέκτησε με τον δικό του τρόπο.
Η ευφορία αυτή βρήκε σύμμαχους και σε άλλους. Ο Billy Idol μίλησε για το πώς ο Bolan «γκρέμισε ορισμένους τοίχους», ο Ringo Starr τον αποκάλεσε «ποιητή», ενώ η Joan Jett παραδέχθηκε χωρίς αναστολές: «Υπάρχει μία απίστευτη σεξουαλικότητα στον Marc, είχα τεράστιο κόλλημα μαζί του.»
Δεν είναι απλώς εύσημα, αλλά αποδείξεις ότι ο Bolan έγινε γλώσσα που μιλούν άνθρωποι με εντελώς διαφορετικά ιδιώματα. Και αυτό είναι, βαθιά μέσα του, το έργο ενός τέλειου pop star: να γίνεται κοινό έδαφος.
Όμως ο φακός του Elton John δεν φωτίζει μόνο τους άλλους —φωτίζει και τον ίδιο. Στις λέξεις του ακούγεται ο νεαρός συνθέτης που υπέγραφε με τον Bernie Taupin, ο άντρας που κέρδισε το δικαίωμα να είναι εκκεντρικός και να συγκινεί μαζικά, ο καλλιτέχνης που μέχρι σήμερα προωθεί νέους καλλιτέχνες σαν να κρατά κρυμμένα διαμάντια στις τσέπες του.
Η ρομαντική του ομολογία για το βινύλιο, η βαθιά μνήμη του για το «The Weight», η κατάφαση στον Marc Bolan ως πρότυπο — όλα αυτά συνθέτουν τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου που θυμάται πάντα από πού ξεκίνησε: από την αίθουσα ακρόασης, από το ραδιόφωνο τα μεσάνυχτα, από τη συγκίνηση μιας πρώτης φοράς.
Κι αν σήμερα το Glastonbury είναι ένας ακόμη μύθος στα αναμνηστικά του, δεν είναι η τελευταία πράξη, είναι μία επιστροφή στο εργαστήριο του συναισθήματος. Ο Elton John ξέρει ότι οι αποχαιρετισμοί σπανίως είναι οριστικοί στην pop.
Όμως το κριτήριό του παραμένει ακέραιο: ζητά από τη μουσική να του πει την αλήθεια με τρόπο που κάνει το αίμα να κυλά λίγο πιο γρήγορα. Αυτό αναγνώρισε στον Bolan. Αυτό συνάντησε στους The Band. Αυτό συλλέγει ακόμη, σε 12 ίντσες μαύρου βινυλίου, με τη στοργή ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει πως ο θόρυβος της βελόνας είναι μέρος της μαγείας.
Τελικά, ο «τέλειος» pop star, όπως τον προφέρει ο Elton John, δεν είναι ένας άψογος αθλητής της σκηνής. Είναι ένας άνθρωπος που αφήνει τον κόσμο να τον δει —με όλη τη λάμψη και όλη την ευθραυστότητα. Κάποιος που μπορεί να πάρει μία μελωδία και να τη μετατρέψει σε κοινή ανάσα.
Ο Marc Bolan ήταν αυτό ακριβώς: ένας παλμός που ακόμη μετράει τον ρυθμό μας. Και ο Elton John, που έμαθε νωρίς να διακρίνει τον σφυγμό μέσα στην καταιγίδα, απλώς μάς θυμίζει πως η τελειότητα, στην pop, είναι εκείνη η σπάνια στιγμή που ο καλλιτέχνης και το κοινό κοιτάζονται κατάματα και λένε χωρίς λέξεις: «Ναι, αυτό είναι.»
