Με το προσωνύμιο «Superlungs» και τον θαυμασμό της Aretha Franklin και του Mick Jagger, ο Terry Reid, ο Βρετανός τραγουδιστής – τραγουδοποιός που απέρριψε τους Led Zeppelin και τους Deep Purple αφήνει πίσω του μία κληρονομιά που καθόρισε τον όρο «cult classic».
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών ο Terry Reid, ο Βρετανός μουσικός που έμεινε στην ιστορία ως ο «καλλιτέχνης των καλλιτεχνών», ένας τίτλος που του αποδόθηκε χάρη στον απέραντο θαυμασμό που έτρεφαν για το ταλέντο του μορφές όπως η Aretha Franklin και ο Mick Jagger, αλλά και για τη σχεδόν κινηματογραφική ιστορία της απόρριψής του να γίνει ο πρώτος τραγουδιστής των θρυλικών Led Zeppelin.
Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπός του, χωρίς να ανακοινωθεί συγκεκριμένη αιτία. Ωστόσο, ήταν γνωστό πως ο Reid έδινε μάχη με τον καρκίνο και άλλα προβλήματα υγείας.
Μάλιστα, μία πρόσφατη καμπάνια στο GoFundMe είχε αποκαλύψει πως ο μουσικός «έμπαινε κι έβγαινε στο νοσοκομείο, περνώντας κύκλους θεραπείας και αβεβαιότητας», γεγονός που τον υποχρέωσε να ακυρώσει μία προγραμματισμένη περιοδεία έξι μηνών για το φθινόπωρο.
Διαθέτοντας μία φωνή με εκπληκτική ελαστικότητα, ικανή να αγγίξει δυναμικές και soulful κορυφώσεις, ο Terry Reid κέρδισε επάξια το παρατσούκλι «Superlungs» (Σούπερ πνευμόνια). Το προσωνύμιο αυτό, βέβαια, οφειλόταν εν μέρει και στην ερμηνεία του στο τραγούδι «Superlungs My Supergirl» του Donovan.
Μεταξύ 1968 και 1978, ο Reid κυκλοφόρησε πέντε άλμπουμ τα οποία, παρόλο που δεν κατέκτησαν ποτέ τα charts, του εξασφάλισαν την αποδοχή των κριτικών και τον σεβασμό των συναδέλφων του.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, άνοιγε τις συναυλίες για ονόματα – μεγαθήρια όπως οι Rolling Stones και οι Cream, ενώ το 1968 η Aretha Franklin είχε δηλώσει το περίφημο: «Μόνο τρία πράγματα συμβαίνουν στην Αγγλία: οι Rolling Stones, οι Beatles και ο Terry Reid».
Ο Robert Plant των Led Zeppelin απέτισε τον δικό του φόρο τιμής στον Terry Reid μέσω Instagram, γράφοντας ότι «ο ενθουσιασμός και η ενθάρρυνση του Reid ήταν απίστευτα. Ακόμα έφηβοι, πηγαίναμε ο ένας στις συναυλίες του άλλου και παίζαμε με πάθος το “Season of the Witch” ξανά και ξανά… Τόση πλάκα. Τόσο ταιριαστό. Ήταν τα πάντα… τέτοιο χάρισμα.»
«Η φωνή του, το εύρος της… τα τραγούδια του που αποτυπώνουν εκείνη την ανέμελη εποχή… “Superlungs” πράγματι. Με εκτόξευσε σε έναν έντονο νέο κόσμο τον οποίο ο ίδιος επέλεξε να απορρίψει… Ακούω τώρα το άλμπουμ του “River” και δακρύζω για τον αδελφό μου στα όπλα», συνέχισε.
Το άλμπουμ «River» του 1973 αποτελεί το διαμάντι στη δισκογραφία του Terry Reid, ένας progressive folk δίσκος με στοιχεία R&B, funk, pop και samba. Αν και με τον καιρό έγινε ένας αγαπημένος καλτ δίσκος, που επανακυκλοφόρησε το 2016, στην εποχή του δυσκολεύτηκε να βρει το κοινό του.
«Απλώς έκανα το δικό μου, αναμειγνύοντας blues και rock και άλλες επιρροές», είχε πει ο ίδιος ο Reid στην εφημερίδα The Guardian. «Λατρεύω τη μουσική, είτε είναι βραζιλιάνικη σάμπα είτε βουλγαρικές χορωδίες, τα ακούω όλα. Αλλά η Atlantic δεν με στήριξε πραγματικά. Τώρα ο κόσμος μου λέει πόσο αγαπάει το “River” – νομίζω ότι βρήκε το κοινό του».
Οι δημιουργίες του ηχογραφήθηκαν συχνά από άλλους καλλιτέχνες, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Without Expression», ένα τραγούδι που έγραψε σε ηλικία 14 ετών. Το κομμάτι διασκευάστηκε από τους Hollies, τους Crosby, Stills, Nash, and Young, τους REO Speedwagon, και τον John Mellencamp.
Ο Graham Nash, σε ένα συγκινητικό αφιέρωμα, έγραψε: «Δυσκολεύομαι να εκφράσω με λόγια πόσο λυπάμαι για τον θάνατο του αγαπημένου μου φίλου Terry. Πώς γίνεται μόλις πριν λίγους μήνες να χαμογελούσαμε μαζί στο λεωφορείο μου; Ήταν μία τέτοια δύναμη. Ένα ταλέντο πέρα από όσα μπορώ να εκφράσω αυτή τη στιγμή.»
«Είναι ακόμα μία από τις πιο περήφανες στιγμές μου ότι έκανα την παραγωγή στο πανέμορφο άλμπουμ του “Seed of Memory”. Αυτή η φωνή. Αυτό το παίξιμο της κιθάρας. Αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που θα μας λείψει τόσο πολύ», πρόσθεσε.
Γεννημένος στο Cambridgeshire της Αγγλίας, ο Terry Reid άρχισε να παίζει κιθάρα και να γράφει τραγούδια ως έφηβος.
Η πρώτη του ευκαιρία ήρθε το 1965, όταν η μπάντα του, οι Redbeats, άνοιξαν μία συναυλία για τους Peter Jay and the Jaywalkers. Ο Jay εντυπωσιάστηκε τόσο που του ζήτησε να γίνει μέλος του σχήματός του.
Σύντομα βρέθηκε να παίζει στο Λονδίνο και να περιοδεύει δίπλα στους Stones, την Ike and Tina Turner, και τους Yardbirds. Το 1967, με την προτροπή του φίλου του, Jimi Hendrix, και υπό την καθοδήγηση του παραγωγού – μάνατζερ Mickie Most, ξεκίνησε σόλο καριέρα. Κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του, «Bang, Bang You’re Terry Reid», το 1968, σε ηλικία μόλις 18 ετών.
Την ίδια χρονιά, ο κιθαρίστας των Yardbirds, Jimmy Page, τον προσέγγισε για να γίνει ο frontman του νέου του σχήματος. Ο Reid, αν και το σκέφτηκε, αρνήθηκε, προτείνοντας στον Page να δει τον τραγουδιστή και τον ντράμερ μιας άλλης μπάντας, των Band of Joy: τον Robert Plant και τον John Bonham. Οι υπόλοιποι γνωρίζουν την ιστορία.
Ο Terry Reid συνήθως υποβάθμιζε αυτή τη στιγμή που καθόρισε τη μοίρα του, αναφέροντας ότι του γίνονταν συχνά προτάσεις, καθώς την επόμενη χρονιά απέρριψε πρόταση του Ritchie Blackmore να ηγηθεί των Deep Purple.
«Ήμουν αποφασισμένος να κάνω το δικό μου πράγμα», είχε πει. «Συνεισέφερα το μισό συγκρότημα – αυτό είναι αρκετό από την πλευρά μου», είχε προσθέσει για τους Zeppelin.
Μετά το ομώνυμο άλμπουμ του το 1969, ήρθε σε ρήξη με τον Most. Χρειάστηκαν χρόνια για να λύσει μία συμβατική διαμάχη, πριν καταφέρει να ηχογραφήσει το «River». Ακολούθησαν δύο ακόμα δίσκοι, το «Seed of Memory» του 1976 και το «Rogue Waves» του 1978, πριν αποσυρθεί.
Μετακόμισε στην Καλιφόρνια και, τη δεκαετία του ’80, εργάστηκε ως session μουσικός για καλλιτέχνες όπως οι Don Henley, Bonnie Raitt και Jackson Browne. Το 1991, συνεργάστηκε με τον Trevor Horn στο άλμπουμ της επιστροφής του «The Driver», για το οποίο όμως ο ίδιος αργότερα σχολίασε ότι «δεν ακούγεται».
Παρότι δεν κυκλοφόρησε άλλο υλικό, η δισκογραφία του άρχισε να ανακαλύπτεται από νεότερους. Καλλιτέχνες όπως ο DJ Shadow και οι Alabama 3 τον επιστράτευσαν για φωνητικά, ενώ διασκευές των τραγουδιών του εμφανίστηκαν από τους Raconteurs του Jack White («Rich Kid Blues») και τον Chris Cornell («To Be Treated Rite»).
Ο ίδιος ο Terry Reid είχε αποκαλύψει πως ο Dr. Dre ήταν τόσο μεγάλος θαυμαστής του «Seed of Memory» που τον κάλεσε στο στούντιο όπου «το επεξεργάστηκαν ξανά μαζί με τους ράπερ του», μία εμπειρία που χαρακτήρισε «συναρπαστική».
Η ιστορία του Terry Reid δεν είναι μία ιστορία εμπορικής επιτυχίας, αλλά καλλιτεχνικής ακεραιότητας και διαχρονικής επιρροής. Επέλεξε τον δικό του δρόμο αντί για την εγγυημένη δόξα, παραμένοντας πιστός στο όραμά του.
«Ποτέ δεν είδα τη δημιουργία μουσικής ως κυνήγι της φήμης και της τύχης», είχε δηλώσει. «Είμαι μέρος μιας κοινωνίας μουσικών και μου αρέσει που μπορώ να βγαίνω εκεί έξω και να τραγουδάω – είναι το μόνο που ήθελα να κάνω».
Και αυτό ακριβώς έκανε, αφήνοντας πίσω του μία φωνή και τραγούδια που μπορεί να μην κατέκτησαν τον κόσμο, αλλά κέρδισαν σίγουρα τις ψυχές όσων είχαν την τύχη να τον ακούσουν.
