Ο Tim Booth των James περιγράφει πώς το «Sit Down» επισκίασε τα πάντα, τη συγκλονιστική στιγμή που το τραγούδησε στον ετοιμοθάνατο πεθερό του και γιατί το συγκρότημα αισθάνεται ότι το υποτιμούν.
Ορισμένα τραγούδια που ξεπερνούν τους δημιουργούς τους και γίνονται κτήμα μιας ολόκληρης γενιάς. Το «Sit Down» των James είναι αναμφίβολα ένα από αυτά. Ένας ύμνος ενότητας, παρηγοριάς και συλλογικής έκστασης που έχει τραγουδηθεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε στάδια και φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο. Κι όμως, πίσω από τη λαμπερή επιφάνεια της τεράστιας επιτυχίας του, κρύβεται μία πολύ πιο περίπλοκη ιστορία, μία σχέση αγάπης και μίσους, όπως αποκαλύπτει ο frontman του συγκροτήματος, Tim Booth.
Ο 65χρονος τραγουδιστής παραδέχεται ότι υπήρξαν στιγμές που το συγκρότημα ένιωσε «πικραμένο» με το «Sit Down». Ο λόγος; Η κολοσσιαία επιτυχία του ύμνου του 1991 κατέληξε να «επισκιάζει» όλα τα υπόλοιπα τραγούδια τους.
«Ήταν ένα φαινόμενο, το λατρέψαμε», δήλωσε ο ίδιος στο περιοδικό Classic Pop. «Αλλά μετά άρχισε να επισκιάζει όλα τα άλλα μας μωρά, όπως το “Ring The Bells” ή το “Sometimes”, τα οποία θεωρούσαμε εξίσου σημαντικά, όμορφα μουσικά κομμάτια. Οπότε, νιώσαμε λίγο πικραμένοι με αυτό σε κάποια φάση».
Με την ωριμότητα του χρόνου, όμως, η οπτική τους άλλαξε. «Όταν μεγαλώνεις, συνειδητοποιείς ότι υπάρχει ένα τραγούδι που κλωτσάει την πόρτα για να πέσει και τα άλλα ακολουθούν. Και το “Sit Down” ήταν αυτό το τραγούδι. Αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικό ήταν για τον κόσμο. Και τώρα το έχουμε αποδεχτεί πλήρως», ανέφερε.
Η σχέση του Tim Booth με το τραγούδι μεταμορφώθηκε για πάντα και απέκτησε μία βαθιά, προσωπική διάσταση μέσα από μία τραγική στιγμή. Το «Sit Down» έγινε ιδιαίτερα σπαρακτικό για εκείνον όταν το τραγούδησε δίπλα στον ετοιμοθάνατο πεθερό του.
«Όταν ο πεθερός μου πέθαινε από Covid, είχαμε την τελευταία μας στιγμή μαζί του μέσω FaceTime, με μία νοσοκόμα να του κρατάει την κάμερα», θυμήθηκε. «Με το ζόρι μπορούσε να μιλήσει, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, αλλά μου ζήτησε να του τραγουδήσω το “Sit Down”. Έτσι, τραγούδησα το “Sit Down”. Και αυτό άλλαξε τη σχέση μου με εκείνο το τραγούδι».
Οι James κυκλοφόρησαν πρόσφατα τη συλλογή «Nothing But Love» και ο Booth δεν δίστασε να αγγίξει πολιτικά θέματα στα νέα τραγούδια «Wake Up, Superman» και «Hallelujah Anyhow», που περιλαμβάνονται στον δίσκο.
«Ο κόσμος χρειάζεται φωνές που να τονώνουν το ηθικό αυτή τη στιγμή. Γράφω τραγούδια που μπορεί να είναι αρκετά επικριτικά απέναντι σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις ή οργανισμούς. Αλλά ταυτόχρονα, προσπαθούμε να ενώσουμε τους ανθρώπους», δήλωσε.
«Υπάρχουν στιγμές, όταν παίζουμε, που όλο το πλήθος γίνεται ένα, και σκέφτεσαι, “Διάολε”. Είναι απτό. Έχουμε επίγνωση ότι είμαστε μέρος κάτι μεγαλύτερου από εμάς», σημείωσε.
Ο Booth άφησε να εννοηθεί ότι οι James θα μπορούσαν να κερδίσουν μεγαλύτερη αναγνώριση από τους κριτικούς αν έκαναν μία μεγάλη παύση, όπως έκαναν οι Oasis και οι Pixies.
«Είμαι σίγουρος ότι αν φεύγαμε για 15 χρόνια και επιστρέφαμε, όπως οι Pixies ή οι Oasis, θα υπήρχε μία επανεκτίμηση», είπε ο τραγουδιστής. «Επειδή είμαστε καλλιτέχνες που δουλεύουμε συνεχώς, μπορεί να μας θεωρούν λίγο δεδομένους».
Επίσης, πιστεύει ότι το συγκρότημα πίσω από επιτυχίες όπως το «Come Home» είναι «δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί» ως καλλιτεχνικό σχήμα.
«Είναι δύσκολο να μας κατηγοριοποιήσεις ως μπάντα», δήλωσε. «Μισώ τον όρο “indie μπάντα”. Νομίζω ότι μοιάζουμε περισσότερο με την E Street Band. Είμαστε ένα εννιαμελές συγκρότημα με τρομπετίστα, βιολί, τσέλο, κιθάρες… δύο καταπληκτικούς ντράμερ. Η ιδέα είναι να αφήσουμε πίσω μας μία καλλιτεχνική παρακαταθήκη που ο κόσμος τελικά θα προλάβει να κατανοήσει».
Η στάση των James απέναντι στο «Sit Down» είναι η μικρογραφία της πορείας κάθε μεγάλου καλλιτέχνη που σημαδεύεται από ένα έργο – ορόσημο. Είναι η αιώνια πάλη ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη για την πόρτα που άνοιξε μία επιτυχία και την αγωνία μήπως αυτή η πόρτα γίνει τελικά ένα χρυσό κλουβί.
Η εξομολόγηση του Tim Booth είναι ένα βαθιά ανθρώπινο μάθημα για το πώς η ζωή, με τις πιο απρόβλεπτες και οδυνηρές στιγμές της, μπορεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μας με το παρελθόν και να δώσει νέο νόημα ακόμα και σε αυτό που κάποτε θεωρούσαμε βάρος.
Τελικά, η αξία ενός καλλιτέχνη δεν μετριέται από το πόσο δυνατά ακούγεται η μεγαλύτερή του επιτυχία, αλλά από το βάθος της κληρονομιάς που αφήνει πίσω του, όταν η μουσική σιγήσει.
