Μετά από δύο sold out συναυλίες στο Μπρισμπέιν, ο YUNGBLUD κατέληξε να σερβίρει ποτά στο Crowbar και να μιλάει με θαυμαστές, ενώ σε μία νέα συνέντευξή του τα έβαλε με την περιφρούρηση της rock και τους «παλιούς πικρόχολους» του ίντερνετ.
Στο Μπρισμπέιν της Αυστραλίας όλα ξεκίνησαν όπως συνηθίζεται στις συναυλίες του YUNGBLUD: ιδρωμένοι ρυθμοί, ενέργεια στα κόκκινα και ένα κοινό που δεν χαμηλώνει ποτέ τον ήχο. Κι έπειτα έγιναν ακόμα πιο… YUNGBLUD.
Μετά το δεύτερο συνεχόμενο sold out στο Riverstage το βράδυ του Σαββάτου, ο Βρετανός τραγουδοποιός άφησε τη σκηνή για τον πάγκο του Crowbar, ενός από τα πιο αγαπημένα μπαρ της πόλης. Πέρασε πίσω από το μπαρ, σέρβιρε ποτά και αντάλλαξε κουβέντες και χαμόγελα με θαυμαστές — μία χειρονομία που ταιριάζει απόλυτα στο προφίλ του: ανοιχτός, συμμετοχικός, λίγο ανατρεπτικός, πάντα κοντά στο κοινό του.
Ο YUNGBLUD οδεύει πλέον προς το Περθ, όπου αυτή την Τρίτη ολοκληρώνει μία μεγάλη αυστραλιανή περιοδεία που αποδείχθηκε θριαμβευτική. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή χώρεσε και μία εμφάνιση στο νέο επεισόδιο του podcast «Rolling Stone Uncut», μία συζήτηση που λειτούργησε σχεδόν σαν μανιφέστο για το τι σημαίνει rock σήμερα και ποιος έχει δικαίωμα να μιλάει στο όνομά της.
«Όταν οι άνθρωποι λένε “να ταιριάξεις στη rock”, αυτό είναι το πιο αντι-rock πράγμα που υπάρχει», είπε ο YUNGBLUD στη συζήτηση, βάζοντας από την αρχή τον τόνο.
Η θέση του είναι ξεκάθαρη: η rock δεν είναι κλειστό κλαμπ, δεν ανήκει σε «φύλακες» και δεν χρειάζεται άδεια για να αναπνεύσει.
«Η rock μουσική δεν προοριζόταν να είναι ένα αγορίστικο κλαμπ υπό περιφρούρηση. Κι έγινε αυτό. Γι’ αυτό ασφυκτιούσε και καταντούσε βαρετή και τόσο προσκολλημένη στο παρελθόν. Πρέπει να επιτρέψουμε στους νέους να πρωτοπορήσουν σε κάτι, ή τουλάχιστον να προσπαθήσουν να δώσουν σε αυτό τον παλμό μιας καρδιάς», τόνισε.
«Το χειρότερο που συνέβη στη rock ήταν ότι σε χλεύαζαν για το σημείο αναφοράς σου. Από το 2005 και μετά, οι Oasis ακούγονταν σαν τους Beatles, και το γ*** αυτό. Το φορούσαν σαν παράσημο. Ο Kurt Cobain λάτρευε τον John Lennon. Είναι ένα πανέμορφο πράγμα, κι οι άνθρωποι το χλευάζουν γι’ αυτό, και απλώς είναι χάλια…», συνέχισε.
Καθώς η συζήτηση άνοιγε, έβαλε στο στόχαστρο και την τοξικότητα των σχολίων στο διαδίκτυο που συχνά αποθαρρύνει τις νέες φωνές: «Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι να αποθαρρύνονται (οι νέοι) από το να ακολουθήσουν μία καριέρα στη rock από κάποιον γέρο, πικρόχολο καριόλη στο ίντερνετ».
Ωμή διατύπωση; Ναι. Αλλά μέσα στο πνεύμα ενός καλλιτέχνη που επιμένει ότι η rock οφείλει να παραμένει άγρια, συμπεριληπτική και ζώσα, όχι μουσειακό έκθεμα σε γυάλινη προθήκη.
Το timing αυτής της δημόσιας παρέμβασης δεν είναι τυχαίο. Η rock —η ίδια— περνάει εδώ και χρόνια μία φάση αναστοχασμού. Άπειρες διαμάχες για το «τι μετράει» ως αυθεντική rock, πόση pop επιτρέπεται στο μείγμα, αν η emo ή η pop-punk «ξεπουλάνε» ή ανανεώνουν το είδος.
Ο YUNGBLUD, ο οποίος χτίζει τη δική του πορεία με ένα υβρίδιο ήχων και με μία κοινότητα θαυμαστών που νιώθει την αίσθηση του «ανήκειν», έρχεται να πει το αυτονόητο: η rock ποτέ δεν σνομπάριζε τις επιρροές της. Η αναφορά, η τιμή στους προγόνους, ήταν πάντα καύσιμο — από τους Oasis και την αγάπη τους για τους Beatles μέχρι τον Kurt Cobain και τον John Lennon.
Την ίδια ώρα, ο ζωντανός του μύθος τρέφεται από εικόνες σαν κι αυτή του Crowbar: ο σταρ που κατεβαίνει στο πάτωμα, που πιάνει σέικερ και ποτήρια, που ανοίγει διάλογο. Δεν είναι μόνο χειρονομία PR. Είναι συνέπεια μιας σκηνικής παρουσίας που χτίζει σχέση: κοντά, αφοπλιστικά, χωρίς ιεραρχία.
Και αυτό αποτυπώθηκε και στο Σίδνεϊ, όπου το Rolling Stone AU/NZ βαθμολόγησε τη συναυλία του με τέσσερα αστέρια, αποκαλώντας την «ένα μάθημα επιμέλειας κοινού».
Όπως σημείωσε η κριτική: «Ο YUNGBLUD κινήθηκε ρευστά ανάμεσα στη μεγάλη κλίμακα και την εγγύτητα, μπαίνοντας επανειλημμένα στο κοινό, κλειδώνοντας βλέμματα και παροτρύνοντας τους θαυμαστές να φροντίζουν ο ένας τον άλλο (για να μην αναφέρουμε ότι άφησε έναν θαυμαστή από το Γουολονγκονγκ να παίξει κιθάρα αριστερόχειρας στη σκηνή!)».
Και συνεχίζει: «Το νέο επίπεδο καλλιτεχνικής ωριμότητας του YUNGBLUD κρυσταλλώθηκε στη σκηνή καθώς ενσάρκωσε έναν rock star συνειδητό για τον χώρο που καταλαμβάνει, ενήμερο ότι η ηγεσία, η ευαλωτότητα και η παιχνιδιάρικη διάθεση μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται».
Αν βάλει κανείς σε σειρά τα κομμάτια, η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Όλα δείχνουν έναν καλλιτέχνη που ωριμάζει χωρίς να χάνει την ένταση, που πατάει στην παράδοση χωρίς να εγκλωβίζεται, που μετατρέπει τον χώρο της rock σε μία πλατφόρμα όπου η ηγεσία δεν αναιρεί την τρυφερότητα και το παιχνίδι.
Για την ευρύτερη σκηνή, αυτό έχει σημασία. Όσο η rock αναζητά το επόμενό της κεφάλαιο, φωνές σαν του YUNGBLUD —αιχμηρές, ανοιχτές, ριψοκίνδυνες— φουντώνουν μία πολυπόθητη συζήτηση: όχι για το αν «ανήκεις» ή αν «μοιάζεις» με κάτι παλιό, αλλά για το αν μπορείς να δώσεις νέο παλμό χωρίς να ζητάς συγγνώμη. Και, κρίνοντας από το πώς οι συναυλίες του μετατρέπονται σε κοινότητες και οι βραδιές του τελειώνουν πίσω από τη μπάρα, ο παλμός αυτός χτυπάει δυνατά.
Ο YUNGBLUD δείχνει ότι η rock παραμένει ζωντανή όταν μένει ανοιχτή: στις επιρροές, στους νέους, στην τριβή με το κοινό. Με άλλα λόγια: λιγότερη περιφρούρηση, περισσότερη καρδιά. Και μερικά ποτά στο μπαρ, για να θυμόμαστε γιατί ξεκινήσαμε από την αρχή.
