Ο John Paul Jones των Led Zeppelin διαθέτει σε δημοπρασία προσωπικό εξοπλισμό δεκαετιών — με αιχμή έναν ενισχυτή Guild Thunderbass που επέστρεψε με καμένα μεγάφωνα μετά τον δανεισμό του στον Dave Grohl.
Ο John Paul Jones, ο αθόρυβος αρχιτέκτονας του ήχου των Led Zeppelin και ένας από τους πιο ευέλικτους μουσικούς της γενιάς του, ανοίγει το ιδιωτικό του στούντιο και διαθέτει σε δημοπρασία μία σπάνια συλλογή εξοπλισμού.
Η βρετανική εταιρεία Soundgas, γνωστή για το εμπόριο vintage και δυσεύρετων μηχανημάτων, επιμελείται τη διάθεση, που συνδυάζει τη λάμψη ενός μεγάλου ονόματος με τον πραγματισμό ενός μουσικού που παραμένει δημιουργικά ανήσυχος — αλλά δεν θέλει να στοιβάζει εργαλεία που δεν χρησιμοποιεί.
Όπως σημειώνεται στην περιγραφή της Soundgas, ο θρυλικός μπασίστας/keyboardist «παραμένει εξαιρετικά ενεργός μουσικά – γράφει, ηχογραφεί και εμφανίζεται», «αλλά δεν έχει πλέον ανάγκη τόσο πολύ στούντιο εξοπλισμό».
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι τα περισσότερα κομμάτια που βγαίνουν προς πώληση τα είχε ο ίδιος από καινούργια και τα αποχωρίζεται επειδή «θεωρεί ότι πρέπει να περάσει σε χέρια ανθρώπων που θα το αξιοποιήσουν».
Η Soundgas προσθέτει: «προσφέρεται εδώ χωρίς επίσημα αποδεικτικά προέλευσης, με την πρόθεση να συνεχίσει να χρησιμοποιείται όπως προβλέπεται».
Στον κατάλογο υπάρχουν διαμάντια που θα κάνουν κάθε συλλέκτη να αναπηδήσει. Ένα σπάνιο ηλεκτρονικό drum kit Simmons SDS V —το εμβληματικό σύστημα της δεκαετίας του ’80 με τον ηλεκτρονικό παλμό που άφησε στίγμα σε ολόκληρη τη new wave— παραδίπλα σε ένα ζευγάρι ψηφιακά samplers της AKAI, την εταιρεία που καθόρισε επί δεκαετίες την κουλτούρα του sampling.
Συναντάμε επίσης ένα ζευγάρι Yamaha NS‑10M, τα ασπρόμαυρα monitors που έγιναν νόμος στα control rooms για τις αλήθειες που δεν χαρίζονται στους ηχολήπτες, καθώς και μία ζηλευτή Arbiter Soundimension, μία μηχανική μονάδα reverb των ’60s που ισορροπεί ανάμεσα στο εργαστηριακό εργαλείο και στο αντικείμενο λατρείας.
Κι όμως, το αντικείμενο που κλέβει τα βλέμματα έχει τη δική του, σχεδόν κωμικοτραγική ιστορία. Πρόκειται για έναν ενισχυτή Guild Thunderbass, τον οποίο ο Jones χρησιμοποίησε στην περίοδο των Them Crooked Vultures – του supergroup στο οποίο συνέπραξε με τον Dave Grohl των Foo Fighters και τον Josh Homme των Queens of the Stone Age.
Σύμφωνα με την περιγραφή, ο ενισχυτής είχε παραμείνει στο σπίτι του Grohl, βγήκε για δανεισμό και επέστρεψε στον Jones με τα μεγάφωνα «καμένα». Σήμερα είναι «αδοκίμαστος», όπως σημειώνεται, και παρ’ όλα αυτά εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τις 1.300 λίρες στη δημοπρασία. Η ειρωνεία της τύχης; Ένα κομμάτι που έχει ζήσει δυνατά, ελκύει ίσως ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι ένα σχολαστικά παρθένο.
Για όσους ονειρεύονται να αποκτήσουν «κάτι από Zeppelin», η Soundgas φροντίζει να προλάβει παρεξηγήσεις: τα προς πώληση τεμάχια προέρχονται από το ιδιωτικό στούντιο του John Paul Jones και δεν χρησιμοποιήθηκαν με τους Led Zeppelin. Με άλλα λόγια, μην αναζητάτε το ανέκδοτο ίχνος του «θρυλικού χθες» πάνω στα ποτενσιόμετρα. Το νόημα εδώ είναι άλλο: λειτουργικά εργαλεία να περάσουν σε νέα χέρια και να ξαναγραφτούν ιστορίες ήχου.
Αν κάτι χαρακτηρίζει τον John Paul Jones, είναι η διαρκής μετάβασή του ανάμεσα σε κόσμους. Από τις πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις της rock μέχρι τα εγχειρήματα στη λόγια μουσική, το ενδιαφέρον του για φόρμες και ηχοχρώματα δεν έμεινε ποτέ στάσιμο. Το αποδεικνύει και το νεότερο κεφάλαιο: μία νέα σύνθεση διάρκειας 20 λεπτών για μεσόφωνο, γραμμένη για την Dame Sarah Connolly, που θα κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη 7 Ιανουαρίου, στο Wigmore Hall του Λονδίνου. Το έργο έχει παραγγελθεί από την Philharmonie de Paris (Φιλαρμονική του Παρισιού).
Το Wigmore Hall, να θυμίσουμε, είναι από τους πιο φημισμένους χώρους μουσικής δωματίου στην Ευρώπη — μία σκηνή που «ακούει« λεπτομέρειες; Ιδανική για έναν δημιουργό που χτίζει κόσμους με υλικά την υφή και τη δυναμική.
Η δημοπρασία, βέβαια, ανοίγει και παλιές, γοητευτικές πληγές. Οι Them Crooked Vultures εξαπέλυσαν το ομότιτλο ντεμπούτο τους το 2009 και από τότε σιωπή. Κι όμως, οι φλόγες σιγοκαίνε.
Τον Μάρτιο του 2024 ο Josh Homme μίλησε ξανά για το πρότζεκτ και παραδέχτηκε ότι «θα το ήθελα πολύ» να ξανασμίξουν. Προγενέστερα, το 2021, ο Dave Grohl είχε δηλώσει ότι ήταν «ένα ονειρικό συγκρότημα για κάθε ντράμερ» και «ελπίζω κάποια μέρα να το ξανακάνουμε».
Η μοναδική επανένωση ήρθε το 2022, με αφορμή τη συναυλία – φόρο τιμής στον αείμνηστο Taylor Hawkins των Foo Fighters, θυμίζοντας πόσο εύκολα αυτή η τριπλέτα γκρεμίζει τοίχους όταν βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο.
Ακόμη και χωρίς νέο υλικό, το αποτύπωμα των Vultures παραμένει παρόν σε υπόγεια ρεύματα. Τον περασμένο Οκτώβριο, οι Queens of the Stone Age έκαναν μία διακριτική υπόκλιση κατά τη διάρκεια της αμερικανικής περιοδείας τους: εκτός από σπάνιες επιλογές —μεταξύ των οποίων η πρώτη εμφάνιση του «You Got a Killer Scene There, Man…» σχεδόν δύο δεκαετίες μετά— παρουσίσαν στο Σικάγο και τη δική τους εκδοχή του «Spinning In Daffodils» των Them Crooked Vultures. Είναι οι μικρές γέφυρες που κρατούν ζωντανή μία πιθανότητα.
Πέρα από το rock ρομάντζο, η κίνηση του Jones να «ξεφορτωθεί» μέρος του στούντιο τον τοποθετεί και σε ένα ευρύτερο μοτίβο της εποχής: μεγάλοι καλλιτέχνες που απομακρύνουν το περιττό, μεταθέτοντας το βάρος από την κατοχή στην κυκλοφορία της δημιουργικότητας. Στον κόσμο του ήχου, τα μηχανήματα έχουν μνήμη, αλλά η αξία τους πολλαπλασιάζεται όταν αξιοποιούνται — όχι όταν σιωπούν σε μία αποθήκη.
Οι NS‑10M συνεχίζουν να λένε την αλήθεια τους, τα παλιοί samplers της AKAI να γεννούν ιδέες, οι μηχανικές ηχώ να χαρίζουν υφή που οι ψηφιακοί αλγόριθμοι σπάνια μιμούνται με την ίδια χάρη. Η δημοπρασία της Soundgas αντανακλά ακριβώς αυτό: μία αλυσίδα χρήσης, όχι ένα κενοτάφιο δόξας.
Το πιο ανθρώπινο στοιχείο, πάντως, μένει αυτός ο «λαβωμένος» Guild Thunderbass. Ένα μηχάνημα που έφυγε από το ασφαλές καταφύγιο ενός ιδιωτικού στούντιο, πέρασε από το σπίτι του Dave Grohl, βγήκε βόλτα, γύρισε με ζημιές, και τώρα αναζητεί νέο κύκλο ζωής. Κάπως σαν τις ίδιες τις μπάντες που γεννιούνται, περιοδεύουν, σιωπούν και —ενίοτε— επανέρχονται, πιο φορτισμένες.
Κοιτώντας μπροστά, η μέρα που έρχεται βρίσκει τον John Paul Jones με την μπαγκέτα της σύνθεσης στο Wigmore Hall και το παρελθόν του να χτυπά φιλικά την πόρτα μέσω της Soundgas.
Για τους συλλέκτες, είναι μία σπάνια ευκαιρία να πιάσουν στα χέρια τους καλοδουλεμένα εργαλεία. Για τους ακροατές, μία υπενθύμιση ότι ο ήχος δεν κατοικεί σε μάρκες και μοντέλα, αλλά σε ανθρώπους που τα θέτουν σε κίνηση. Και για όσους κρατούν ζωντανή την προσδοκία των Them Crooked Vultures, οι ενδείξεις μπορεί να είναι αχνές, αλλά όχι αμελητέες.
Μέχρι τότε, ο John Paul Jones συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: να γράφει το επόμενο κεφάλαιο, με τη βελόνα πάντα στο αυλάκι της περιέργειας.
