Έπειτα από μισό αιώνα ανταγωνισμού, πικρίας και απόλυτης απαξίωσης, ο Pete Townshend των The Who ξανακούει τα άλμπουμ των παλιών του αντιπάλων Led Zeppelin και παραδέχεται το λάθος του.
Ένα απρόσμενο μήνυμα έφτασε πρόσφατα στον Jimmy Page, προτείνοντάς του να συναντηθούν για ένα φιλικό γεύμα. Αποστολέας ήταν ο Pete Townshend, ο οποίος αποφάσισε στα ογδόντα του χρόνια να καθίσει και να ακούσει προσεκτικά από την αρχή ολόκληρη τη δισκογραφία των Led Zeppelin. Ύστερα από δεκαετίες δημόσιας απαξίωσης, ο κιθαρίστας των The Who παραδέχτηκε επιτέλους πως όσα υποστήριζε στο παρελθόν ήταν απλώς το αποτέλεσμα μιας παλιάς, τυφλής αντιπαλότητας.
Μιλώντας στην εκπομπή του Barry Robinson στο κανάλι «Classic Album Review», ο βετεράνος κιθαρίστας αποκάλυψε το περιεχόμενο της επιστολής που έστειλε στον παλιό του γνώριμο. «Του έγραψα πρόσφατα λέγοντάς του ότι άκουσα ξανά όλα τα άλμπουμ των Zeppelin, γιατί θεώρησα πως όφειλα να το κάνω», εξήγησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
«Και υπάρχει πραγματικά γαμάτο υλικό εκεί μέσα», συμπλήρωσε ο ίδιος, δηλώνοντας παράλληλα εντυπωσιασμένος από τις εναλλαγές και τον απρόσμενο πλούτο στον ήχο του συγκροτήματος.
Αυτή η θεαματική μεταστροφή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις εμπρηστικές δηλώσεις που συνόδευαν τις συνεντεύξεις του επί σειρά ετών. Το 1995, μιλώντας στο ντοκιμαντέρ «The History of Rock ‘N’ Roll», δεν είχε διστάσει να εκφράσει την απόλυτη περιφρόνησή του για τους συγχρόνους του. «Δεν μου άρεσε ούτε ένα πράγμα από όσα έκαναν», είχε δηλώσει τότε κατηγορηματικά. «Μισώ το γεγονός ότι με συγκρίνουν έστω και στο ελάχιστο μαζί τους, απλώς δεν μου άρεσαν ποτέ».
Παρά τη σφοδρότητα εκείνης της κριτικής, φρόντιζε πάντοτε να διαχωρίζει τους χαρακτήρες από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. «Αυτό αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για μένα, γιατί σε προσωπικό επίπεδο είναι όλοι τους πραγματικά υπέροχοι τύποι», είχε προσθέσει στην ίδια παλιά συνέντευξη. «Απλώς δεν μου άρεσε καθόλου αυτό το συγκρότημα».
Σήμερα, ο κιθαρίστας αναγνωρίζει ότι η πραγματική ρίζα εκείνης της άρνησης ήταν η αγωνία για την πρωτοκαθεδρία στη σκηνή. «Εκείνη την εποχή δεν μου άρεσε καθόλου που προσπαθούσαν, κατά κάποιον τρόπο, να μας κλέψουν το κοινό», εξήγησε ο Townshend αναλύοντας τη στάση του.
Το συναίσθημα αυτό δεν του ήταν άγνωστο, καθώς το είχε βιώσει ξανά λίγα χρόνια νωρίτερα στη βρετανική πρωτεύουσα. «Το είχα περάσει και στο παρελθόν όταν εμφανίστηκε ο Jimi Hendrix με τους τεράστιους ενισχυτές, την παραμόρφωση και το πεντάλ του», ανέφερε χαρακτηριστικά. Και συμπλήρωσε λέγοντας: «Τότε αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως επρόκειτο για μια κιθαριστική ιδιοφυΐα».
Σε παλαιότερη τοποθέτησή του, ο ίδιος είχε αναγνωρίσει το πώς εξελίχθηκε εκείνη η μονομαχία στους κόλπους του σκληρού ήχου. «Νομίζω ότι εκείνη την περίοδο είχαμε συνειδητοποιήσει πως οι Led Zeppelin βρίσκονταν ακριβώς πίσω μας», είχε σχολιάσει. «Και τελικά, με όρους σκληρού rock, κατάφεραν να ξεπεράσουν τους The Who».
Η συζήτηση με τον Barry Robinson επεκτάθηκε αναπόφευκτα και στις ρίζες του heavy metal, μια αντιπαράθεση που αναζωπύρωσε πρόσφατα ο τραγουδιστής των The Who, Roger Daltrey. Σε δηλώσεις του στο περιοδικό Rolling Stone νωρίτερα φέτος, ο Daltrey υποστήριξε με σιγουριά ότι το συγκρότημά τους υπήρξε το πρώτο heavy metal σχήμα στην ιστορία, ανοίγοντας τον δρόμο για ολόκληρο το ιδίωμα ήδη από τη δεκαετία του 1960.
Ο Pete Townshend εξέφρασε την πλήρη διαφωνία του με την εκτίμηση του παλιού του συμπαίκτη. «Όχι, δεν το πιστεύω απαραίτητα», απάντησε όταν ρωτήθηκε για τους ισχυρισμούς του τραγουδιστή. «Νομίζω ότι το ζωντανό άλμπουμ “Live at Leeds” του 1970 ήταν ό,τι πιο εκρηκτικό καταφέραμε να παρουσιάσουμε».
Ο κιθαρίστας παραδέχτηκε ότι η δισκογραφία τους περιείχε ορισμένα σκληρά τραγούδια, αλλά υπογράμμισε ότι δεν επικεντρώθηκαν ποτέ αποκλειστικά σε αυτό το ύφος. «Πολλοί κιθαρίστες του heavy metal ανέφεραν το “Live at Leeds” ως το έναυσμα που τους έδωσε την άδεια να ξεφύγουν και να παίξουν ελεύθερα», παρατήρησε.
Στη συνέχεια εξήγησε τη ριζική διαφορά που εισήγαγαν οι Led Zeppelin στο τοπίο της εποχής. «Μέχρι να εμφανιστούν εκείνοι, συνδυάζοντας το heavy metal με πιο ήρεμη τραγουδοποιία και μπαλάντες, το είδος λειτουργούσε σχεδόν σαν μια θρησκευτική φιλοσοφία ριζωμένη στο σκοτάδι», τόνισε ο Townshend.
Ο ίδιος αποκάλυψε μάλιστα ότι οι προσωπικές του προτιμήσεις απείχαν παρασάγγας από τις παραδοσιακές αναφορές του είδους. «Το μόνο heavy metal συγκρότημα που άκουγα πραγματικά ήταν οι AC/DC», παραδέχτηκε γελώντας.
Όσο για τους Black Sabbath, η επαφή του παρέμεινε επιφανειακή παρά τη βαθιά επίδραση που άσκησαν στις επόμενες γενιές. «Δεν γνωρίζω πολλά για αυτούς γιατί δεν τους άκουγα, παρότι θεωρώ ότι είχαν πολλή πλάκα και ήταν απολαυστικοί», εξήγησε ο κιθαρίστας.
Αυτή η παρατήρηση τον οδήγησε σε μια ειλικρινή αυτοκριτική για τα νεανικά του χρόνια στη μουσική βιομηχανία. «Λατρεύω τους ανθρώπους στη μουσική που δεν παίρνουν τον εαυτό τους υπερβολικά στα σοβαρά», εξομολογήθηκε.
«Αυτό ακριβώς ήταν το δικό μου πρόβλημα στα πρώτα χρόνια», συνέχισε ο Townshend. «Ένιωθα ότι κουβαλούσα έναν τεράστιο σταυρό, ένα μεγάλο μανιφέστο για το rock and roll που είχα καθήκον να παραδώσω στον κόσμο».
Οι The Who ολοκλήρωσαν τις αποχαιρετιστήριες συναυλίες τους το 2025, όμως ο κιθαρίστας άφησε να εννοηθεί νωρίτερα φέτος ότι η κοινή τους πορεία ίσως να μην έχει κλείσει οριστικά. «Προσπαθούμε πάντοτε να σκεφτούμε κάτι ξεχωριστό και ελπίζω να συνεχίσουμε να το κάνουμε, με την ελπίδα να σας εκπλήξουμε ξανά όπως παλιά», είχε δηλώσει στο κοινό. Στην τελευταία μάλιστα συναυλία της περιοδείας, διαβεβαίωσε τους θεατές ότι θα συνεχίσουν να σκαρώνουν πράγματα μαζί.
Παρόλα αυτά, το ενδεχόμενο μιας νέας δισκογραφικής κυκλοφορίας προσκρούει στις διαφορετικές επιθυμίες των δύο εναπομεινάντων μελών. «Αν υπήρχε ανάγκη για έναν νέο δίσκο, θα μπορούσα να γράψω τα τραγούδια μέσα σε έξι εβδομάδες, είναι πανεύκολο», δήλωσε ο Townshend στο περιοδικό NME το 2024. Και πρόσθεσε: «Το πρόβλημα είναι ότι δεν νομίζω πως ο Roger θέλει να το ξανακάνει».
Ο Roger Daltrey είχε άλλωστε εκφράσει τη δική του απογοήτευση ήδη από το 2023, σχολιάζοντας τις σύγχρονες συνθήκες της αγοράς μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ «WHO» το 2019.
«Ποιο είναι το νόημα να βγάζεις δίσκους;», είχε αναρωτηθεί τότε ο τραγουδιστής. «Βγάλαμε ένα άλμπουμ πριν από τέσσερα χρόνια που ήταν εξαιρετικό, αλλά δεν συγκίνησε κανέναν, γιατί ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πια για καινούργια μουσική και θέλει να ακούει μόνο τα παλιά τραγούδια».
Την ίδια ώρα, ο Townshend στρέφει τη δημιουργικότητά του στη νέα διασκευή του «Quadrophenia» σε παράσταση μπαλέτου, αναζητώντας νέες καλλιτεχνικές διεξόδους.
Καθώς περιμένει την απάντηση του Jimmy Page για εκείνο το κοινό τραπέζι, ο Pete Townshend μοιάζει πλέον απαλλαγμένος από τα παλιά βάρη της νιότης του. Ο χρόνος κατάφερε τελικά να μαλακώσει τις παλιές πληγές του εγωισμού, μετατρέποντας μια οργισμένη κόντρα των sixties σε μια ήρεμη υπόκλιση ανάμεσα σε δύο επιζώντες του rock and roll.
