Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, πολιτικοί, καλλιτέχνες και χιλιάδες πολίτες συνόδευσαν τον μεγάλο τραγουδοποιό Διονύση Σαββόπουλο στην τελευταία του κατοικία, σε μία πομπή που έγινε η ίδια ένα από τα τραγούδια του.
Ο αέρας της Αθήνας γέμισε με μελωδίες. Όχι όμως από κάποιο ραδιόφωνο ή μία μακρινή συναυλία, αλλά από τον ίδιο τον αποχαιρετισμό. Η «Συννεφούλα», το «Ας Κρατήσουν Οι Χοροί», το «Μη Μιλάς Άλλο Γι’ Αγάπη» έγιναν το σάουντρακ της πομπής που οδηγούσε τον Διονύση Σαββόπουλο στην τελευταία του κατοικία, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Η Ελλάδα είπε το ύστατο χαίρε στον αγαπημένο της «Νιόνιο» σε ένα κλίμα που ισορροπούσε ανάμεσα στο βουβό πένθος και τη λυτρωτική γιορτή της μουσικής του.
Λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι, η νεκρώσιμη πομπή έφτασε στον προορισμό της. Ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί υποδέχτηκε τη σορό με ένα παρατεταμένο, θερμό χειροκρότημα. Πίσω από το φέρετρο, ακολουθούσε βουβή η οικογένειά του, η σύζυγός του Άσπα και τα παιδιά του, βιώνοντας τη δική τους, προσωπική οδύνη μέσα στο συλλογικό πένθος.
Νωρίτερα, στη Μητρόπολη Αθηνών, είχε τελεστεί η εξόδιος ακολουθία. Από τις 8:30 το πρωί, η σορός του βρισκόταν στο παρεκκλήσι, όπου πλήθος κόσμου – πολιτικοί, καλλιτέχνες, φίλοι και απλοί θαυμαστές – πέρασαν για να αφήσουν ένα λουλούδι, να ψιθυρίσουν ένα «αντίο» στον ανεπανάληπτο δημιουργό που σφράγισε την ελληνική μουσική.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, άφησε πίσω του μία τεράστια παρακαταθήκη, αλλά και ένα κενό που φαντάζει δυσαναπλήρωτο.
Η έξοδος από τη Μητρόπολη ήταν μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές. Υπό τους ήχους της «Συννεφούλας», που παιάνιζε η μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού, και τις πένθιμες καμπάνες, η πομπή ξεκίνησε την πορεία της προς το Α’ Νεκροταφείο.
Άλλοτε σιωπηλοί, άλλοτε με δάκρυα στα μάτια, και συχνά ξεσπώντας σε χειροκροτήματα και τραγούδι, οι πολίτες τον ξεπροβόδισαν περπατώντας μαζί του, σε μία μοναδική διαδρομή αποχαιρετισμού. Λίγο πριν την ταφή, η φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων θα έπαιζε το «Ας Κρατήσουν Οι Χοροί», μετατρέποντας τη θλίψη σε μία υπόσχεση συνέχειας.
Στους επικήδειους λόγους, σκιαγραφήθηκε το μέγεθος της προσωπικότητας και του έργου του.
«Δεν είμαι εδώ μόνο σαν φίλος. Ο “Νιόνος” σε όλη του τη ζωή συμβάδισε με τη ζωή της χώρας. Έχοντας τη δική του άποψη για τα πράγματα, ανοιχτή. Γι’ αυτό και στη μουσική μπόρεσε να φέρει τη ροκ κοντά στο έντεχνο, έτσι και στην πολιτική», ανέφερε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, παραθέτοντας στίχους από τον «Άγγελο Εξάγγελο» ως παράδειγμα λόγου που ενώνει «τον ευαίσθητο χώρο της τέχνης με τον πραγματισμό της πολιτικής».
Η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, τόνισε: «Τραγούδησες για εμάς, το έθνος, τον λαό και την ιστορία, την παράδοση και το μοντέρνο, τη σύνδεση Ανατολής και Δύσης. Το έργο σου δεν είναι μόνο μία μουσικά αποτυπωμένη ιστορία του τόπου μας. Δεν σύρθηκες από το κοινό σου, ήσουν πάντα μπροστά ακόμη και απέναντί του».
Συγκλονιστικός ήταν ο αποχαιρετισμός του Σταμάτη Φασουλή: «Αφήνεις ένα ελληνικό τραγούδι πάμπλουτο. Το αγάπησες πολύ», είπε, περιγράφοντας πώς ο Σαββόπουλος μετέφερε τη ζωή στο τραγούδι, πώς «έπαιρνε το τίποτα και το έκανε άπαν». Συγκινημένος, αρνήθηκε να πει αντίο: «Δεν θα σου πω αντίο, θα σου πω καλή αντάμωση στο περιβόλι του ουρανού σου».
Η Δήμητρα Γαλάνη μίλησε για ένα έργο που «είναι και θα είναι πάντα ολοζώντανο, νέο, αιώνια κληρονομιά μας». «Τελικά, κατάφερες και μας έκανες όλους ποιητές και ενωμένους. Θέλουμε με κάποιο τρόπο να σου ανταποδώσουμε αυτό το μεγάλο ευχαριστώ».
Επικήδειους εκφώνησαν επίσης ο σκιτσογράφος Αλέξης Κυριτσόπουλος, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο προσωπικός του γιατρός.
Μέσα στο πλήθος, οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη. Οι παλαιότεροι «Εκδρομείς του ’60», που ταυτίστηκαν με τον πολιτικό Σαββόπουλο του «Βρώμικου Ψωμιού» και της «Ρεζέρβας». Οι γενιές του ’80 που έζησαν τα «Τραπεζάκια Έξω» της ευμάρειας. Αλλά και οι νεότεροι, που βρήκαν την ιδεολογική τους έκφραση στο οριστικό «Κούρεμα». Όλοι ήταν εκεί, αποδεικνύοντας ότι ο Σαββόπουλος δεν ήταν απλώς ένας τραγουδοποιός, αλλά ο εκφραστής των μεταβολών και των αντιφάσεων της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος μπορεί να αναπαύεται πλέον στην τελευταία κατοικία του, όμως η ουσία του παραμένει εδώ. Τα τραγούδια του, αυτή η αστείρευτη κληρονομιά, θα συνεχίσουν να κρατούν ζωντανή τη μνήμη του, να μας συντροφεύουν στις χαρές και τις λύπες, και να μας θυμίζουν πώς ένας άνθρωπος κατάφερε να μετατρέψει την ιστορία ενός τόπου σε αιώνια μελωδία. Οι χοροί, τελικά, θα κρατήσουν.
