Ο εμβληματικός σκηνοθέτης του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου Jim Jarmusch μιλά για τη νέα του ταινία, την απώλεια του David Lynch και την απρόσμενη αγάπη του για το ιρλανδικό hip-hop των Kneecap.
Ο Jim Jarmusch παραμένει η πιο αυθεντική και αδιαπραγμάτευτη φωνή του σινεμά που αρνείται να μπει σε καλούπια. Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία της νέας του ταινίας, ο άνθρωπος που μας χάρισε το «Broken Flowers» και το «Ghost Dog: Way Of The Samurai» παραχώρησε μία εκτενή συνέντευξη στο NME, όπου ξεδίπλωσε τις σκέψεις του για την τέχνη, τη μουσική και τη σκληρή πραγματικότητα της βιομηχανίας.
Η συζήτηση με τον James Mottram ξεκίνησε από το νέο του έργο με τίτλο «Father Mother Sister Brother», το οποίο αναμένεται στις αίθουσες στις 10 Απριλίου. Η ταινία διαδραματίζεται εν μέρει στην Ιρλανδία, γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα την κουβέντα στο συγκρότημα των Kneecap.
Ο Jim Jarmusch δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του για την τριάδα από το Μπέλφαστ. «Φυσικά και είμαι φαν τους. Πλάκα μου κάνετε;», δήλωσε όταν ρωτήθηκε αν παρακολουθεί τη διαδρομή τους.
«Τους υποστηρίζω. Μου αρέσει η μουσική τους. Μου αρέσει το πνεύμα τους. Μου αρέσει η στάση τους. Μου αρέσει που είναι Ιρλανδοί, που είναι σκληροί και το λένε χωρίς περιστροφές. Ζήτω οι Kneecap!», συμπλήρωσε με τη γνώριμη ειλικρίνειά του.
Αυτή η αγάπη του για τον δρόμο και τον ωμό ήχο δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο ίδιος φρόντισε να υπενθυμίσει τη στενή του σχέση με την κουλτούρα του hip-hop και τις συνεργασίες του από το παρελθόν.
«Είμαι κοντά με τους Wu-Tang Clan», εξήγησε, αναφερόμενος στη συνεργασία του με τον RZA, ο οποίος είχε γράψει τη μουσική για το «Ghost Dog» το 1999. «Οπότε, μην τα βάζετε μαζί μου!», ανέφερε χαριτολογώντας, επισημαίνοντας τις ρίζες του σε μία σκηνή που πάντα εκτιμούσε την αυθεντικότητα.
Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της συνέντευξης ήταν η αναφορά του στον χαμό του David Lynch. Ο Jim Jarmusch περιέγραψε μία σχεδόν σουρεαλιστική στιγμή, όταν έμαθε τα δυσάρεστα νέα δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει μία κοινή συνέντευξη με έναν άλλο θρύλο, τον David Cronenberg.
«Μάθαμε και οι δύο ότι χάσαμε τον David Lynch μόλις 30 δευτερόλεπτα πριν μιλήσουμε. Μας επηρέασε βαθιά και τους δύο», εξομολογήθηκε, μεταφέροντας το βάρος εκείνης της στιγμής.
Η συζήτηση ανάμεσα στους δύο σκηνοθέτες πήρε γρήγορα μία τροπή που αναδεικνύει την παρακμή της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Το γεγονός πως ακόμα και ένας καλλιτέχνης του μεγέθους του Lynch αντιμετώπιζε προβλήματα επιβίωσης ήταν το κύριο σημείο της κουβέντας τους.
«Αυτό που είπαμε και οι δύο ήταν πως ο David Lynch δεν μπορούσε να βρει χρήματα για μία ταινία μεγάλου μήκους. Δεν μπορούσε να βρει προϋπολογισμό για μία γαμημένη ταινία. Ο David Lynch!», είπε ο Jim Jarmusch με φανερή αγανάκτηση.
«Ο Cronenberg και εγώ κοιταχτήκαμε και είπαμε πως την κάτσαμε», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας το δυσοίωνο μέλλον για όσους επιμένουν να δημιουργούν έξω από το σύστημα των μεγάλων στούντιο.
Στα 73 του χρόνια, ο Jim Jarmusch μοιάζει με τον τελευταίο των πιστών σε μία σκηνή που ο ίδιος βοήθησε να γεννηθεί το 1984 με το «Stranger Than Paradise». Από τα ιδιόμορφα γουέστερν όπως το «Dead Man» μέχρι τις ιστορίες για βρικόλακες στο «Only Lovers Left Alive», το έργο του αρνείται οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση.
Η νέα του δουλειά, το «Father Mother Sister Brother», αποτελείται από τρεις μικρές ιστορίες που συνδέονται θεματικά. Στην πρώτη, ο Adam Driver και η Mayim Bialik επισκέπτονται τον πατέρα τους, τον οποίο υποδύεται ο Tom Waits, στην επαρχιακή Αμερική.
Η δεύτερη ιστορία μας μεταφέρει στο Δουβλίνο, όπου η Cate Blanchett και η Vicky Krieps συναντούν την αυστηρή μητριάρχη της οικογένειας, την Charlotte Rampling. Η τριλογία κλείνει στο Παρίσι με τους Indya Moore και Luka Sabbat να διαχειρίζονται τον θάνατο των γονιών τους μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα.
Ο Jim Jarmusch περιέγραψε την ταινία ως εσκεμμένα διακριτική, εστιάζοντας στις λεπτές αποχρώσεις των ανθρώπινων σχέσεων και όχι στον εντυπωσιασμό.
«Μου αρέσουν οι μικρές λεπτομέρειες και οι διακυμάνσεις στις αλληλεπιδράσεις και τις σχέσεις. Μου αρέσουν όσα συχνά μένουν ανείπωτα ή λέγονται μεταφορικά», εξήγησε.
«Μου αρέσουν οι νότες στη μουσική που δεν παίζονται, γιατί αντηχούν και κάνουν εκείνες που ακούγονται να έχουν διαφορετικό αντίκτυπο», συμπλήρωσε, δίνοντας το στίγμα της καλλιτεχνικής του προσέγγισης.
Ο ίδιος γνωρίζει πως το στυλ του δεν απευθύνεται σε όλους. «Υπάρχουν ορισμένες προσδοκίες που έχει ο κόσμος και τις οποίες δεν ικανοποιώ. Δεν γίνεται επίτηδες. Είναι απλώς τα πράγματα που με ενδιαφέρουν. Μου αρέσουν πολύ εκείνες οι στιγμές που δεν είναι δραματικές», ανέφερε.
Σε λίγες ημέρες, η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Βενετίας θα του απονείμει τον Χρυσό Λέοντα. Πρόκειται για την πρώτη του μεγάλη διάκριση σε ένα από τα τρία κορυφαία φεστιβάλ του κόσμου (Βερολίνο, Κάννες, Βενετία), μία αναγνώριση που έρχεται να επιβραβεύσει μία πορεία δεκαετιών.
Παρά τη θεματολογία της ταινίας, ο Jim Jarmusch ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται για μία αυτοβιογραφική εμμονή, παρόλο που έχει χάσει και τους δύο γονείς του.
«Ειλικρινά, δεν ξέρω τι σκεφτόμουν όταν το έγραφα. Έχω χάσει και τους δύο γονείς μου, αλλά δεν είχα κολλήσει με αυτό. Πραγματικά δεν ξέρω από πού προέκυψε. Ίσως από το γεγονός ότι όλοι έχουμε αυτές τις σχέσεις και είναι πάντα περίπλοκες», εξήγησε.
Γεννημένος στο Cuyahoga Falls του Οχάιο, γιος κριτικού θεάτρου και επιχειρηματία, ο Jim Jarmusch εγκατέλειψε το σπίτι του στα 17 του για το Σικάγο. Η σχέση του με την οικογένειά του είχε πάντα τις αποστάσεις της.
«Έπρεπε πάντα να κάνουμε ένα διάλειμμα ο ένας από τον άλλον», παραδέχτηκε, περιγράφοντας μία δυναμική που πολλοί μπορούν να καταλάβουν, αλλά λίγοι μπορούν να μεταφέρουν στην οθόνη με τόση ευαισθησία.
Ο Jim Jarmusch παραμένει ένας παρατηρητής της ζωής. Είτε πρόκειται για την οργή ενός ιρλανδικού rap συγκροτήματος είτε για τη σιωπή ενός δωματίου στο Παρίσι, η ματιά του παραμένει καθαρή, γεμάτη περιέργεια και απόλυτα ειλικρινής. Σε έναν κόσμο που απαιτεί συνεχή θόρυβο, εκείνος συνεχίζει να αναζητά την ομορφιά στις παύσεις και τις νότες που δεν παίχτηκαν ποτέ.
