Από τα μηνύματα «Hail Hitler» στα δικαστήρια – Ο Kanye West κάνει λόγο για ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης
Σε μία νέα τροπή της δικαστικής διαμάχης που έχει ξεσπάσει γύρω από τον Kanye West, μία πρώην υπάλληλος της εταιρείας του, Yeezy, ισχυρίζεται ότι υποχρεώθηκε να καταβάλει σχεδόν 100.000 δολάρια για τα νομικά της έξοδα.
Η γυναίκα, η οποία κατέθεσε αγωγή τον περασμένο Φεβρουάριο, κατηγορεί τον διάσημο ράπερ για μία «συντονισμένη εκστρατεία» αντισημιτικής και σεξουαλικής παρενόχλησης, περιγράφοντας ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον.
Η μηνύτρια, η οποία είναι εβραϊκής καταγωγής και εργαζόταν ως ειδικός μάρκετινγκ για το brand του West, υποστηρίζει στην αγωγή της ότι η περίοδος της απασχόλησής της σημαδεύτηκε από λεκτική κακοποίηση, διακρίσεις και μία «συνεχή υποβάθμιση των γυναικών».
Μεταξύ των ισχυρισμών της, ξεχωρίζει η καταγγελία ότι ο ράπερ της έστειλε μήνυμα σε μία ομαδική συνομιλία, όπου συμμετείχε και άλλο ένα άτομο εβραϊκής καταγωγής από το προσωπικό, γράφοντας: «Καλωσορίσατε στην πρώτη μέρα εργασίας για τον Χίτλερ».
Οι κατηγορίες δεν σταματούν εκεί. Σύμφωνα με την ίδια, ο West της απέστειλε και άλλα μηνύματα με εκφράσεις όπως «Hail Hitler», «You Ugly as Fuck», «You stupid ass corny bitch», «You Piece of Shit» και «Fuck You Bitch».
Η συνεργασία τους έληξε απότομα με την απόλυσή της, αμέσως μετά την αναφορά της για τη συμπεριφορά του West στον διευθυντή της.
Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσίευμα του Rolling Stone, η γυναίκα ισχυρίζεται ότι ο καλλιτέχνης της έστειλε μία φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας και της ζήτησε επιτακτικά να εργαστεί για το εγχείρημά του «Yeezy Porn», παρά τις έντονες αντιρρήσεις της.
Τον Απρίλιο, η νομική ομάδα του Kanye West κατέθεσε αίτηση για την απόρριψη της αγωγής. Το κεντρικό επιχείρημα ήταν ότι η πρώην υπάλληλος επιχειρούσε να «καταστείλει» το συνταγματικά προστατευμένο δικαίωμά του στην καλλιτεχνική έκφραση.
«Ο Ye δεν είναι απλώς ένας δημιουργός. Είναι τέχνη», ανέφεραν χαρακτηριστικά οι δικηγόροι του. «Οι δημόσιες και ιδιωτικές περσόνες του Ye συνιστούν μία συνεχή, προκλητική παράσταση που αμφισβητεί κοινωνικά ταμπού γύρω από τη φυλή, τη θρησκεία, το φύλο, την εξουσία, την πολιτική και τη λογοκρισία», υποστήριξαν.
Ωστόσο, τον Ιούνιο, η δικαστής της κομητείας του Λος Άντζελες, Theresa M. Traber, απέρριψε την αίτηση του Kanye West, κρίνοντας ότι ήταν «γεμάτη με ελαττώματα, επιφανειακά επιχειρήματα και νομικές ανακρίβειες».
Η δικαστής σημείωσε επίσης ότι οι καταθέσεις που προσκόμισε η πλευρά του West, συμπεριλαμβανομένης μίας από τον αυτοαποκαλούμενο επικεφαλής του επιτελείου του, Milo Yiannopoulos, ήταν «εντελώς ελλιπείς σε προσωπικές γνώσεις ή κατάλληλη βάση για να θεμελιώσουν τις υποτιθέμενες απόψεις τους».
Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση ήταν «επιπόλαιη ή/και είχε αποκλειστικό σκοπό να προκαλέσει περιττή καθυστέρηση» και διέταξε τον West να καλύψει τα «λογικά» δικηγορικά έξοδα και τις δαπάνες της μηνύτριας.
Βάσει αυτής της απόφασης, οι δικηγόροι της γυναίκας κατέθεσαν στις 30 Ιουλίου αίτημα αποζημίωσης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 99.720 δολαρίων. Η ακροαματική διαδικασία για την εξέταση του εύλογου αυτού ποσού έχει οριστεί για τις 12 Σεπτεμβρίου.
Η νομική ομάδα του Kanye West έχει ήδη ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που επιτρέπει στην αγωγή να προχωρήσει.
Σε μία ξεχωριστή, αποτυχημένη προσπάθεια τον περασμένο μήνα να ζητήσουν τον αποκλεισμό της δικαστή από την υπόθεση, οι δικηγόροι του υποστήριξαν ότι η μηνύτρια «εισήλθε εθελοντικά σε ένα προκλητικό δημιουργικό περιβάλλον» και εκ των υστέρων προσπάθησε να μετατρέψει την καλλιτεχνική έκφραση του πελάτη τους σε «παράνομη πράξη», παραβιάζοντας το δικαίωμά του στην ελευθερία του λόγου.
Η διαμάχη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Τον Μάιο, κατά την 80ή επέτειο από την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας, ο Kanye West κυκλοφόρησε ένα τραγούδι με τίτλο «Heil Hitler».
Η κίνηση αυτή προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις και είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση εισόδου του ράπερ στην Αυστραλία, όπως επιβεβαίωσε ο Υπουργός Εσωτερικών της χώρας, Tony Burke, ανακοινώνοντας την ανάκληση της βίζας του.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή μεταξύ της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της διασφάλισης ενός ασφαλούς και αξιοπρεπούς εργασιακού περιβάλλοντος.
