Η φιλοσοφία ενός καλλιτέχνη που αρνείται να κυνηγήσει τον χρόνο και την εφήμερη επιτυχία.
Ο Paul Weller δεν ήταν ποτέ ο άνθρωπος που θα ακολουθούσε την πεπατημένη ή που θα υπέκυπτε στις επιταγές μιας βιομηχανίας που απαιτεί συνεχή παραγωγή περιεχομένου. Σε ηλικία 65 ετών, ο άνθρωπος που καθόρισε την αισθητική και τον ήχο μιας ολόκληρης γενιάς, μοιάζει να έχει βρει την πολυπόθητη εσωτερική γαλήνη, μακριά από τα άγχη της δισκογραφικής επικαιρότητας.
Σε μία πρόσφατη, αποκαλυπτική συνάντηση στα μικρόφωνα του Radio X, ο Paul Weller, πλαισιωμένος από τον παλιό του γνώριμο Mick Talbot των The Style Council, ξεκαθάρισε πως η σχέση του με τη δημιουργία έχει περάσει σε μία νέα, πιο οργανική φάση.
Η συζήτηση ήταν μία κατάδυση στην ψυχολογία ενός δημιουργού που πλέον επιλέγει τη σιωπή αντί του θορύβου, αν η έμπνευση δεν του χτυπήσει την πόρτα με τρόπο επιτακτικό. Όταν ο παρουσιαστής Kennedy τον ρώτησε αν ετοιμάζει κάτι καινούργιο, η απάντηση του Weller ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής.
«Όχι, όχι. Όχι αυτή τη στιγμή. Δεν βιάζομαι προς το παρόν», δήλωσε με την χαρακτηριστική του αυτοπεποίθηση. «Έχω κυκλοφορήσει αρκετούς δίσκους τα τελευταία χρόνια. Απλώς γράφω με άλλους ανθρώπους, κάνω λίγη παραγωγή και τέτοια πράγματα. Εξακολουθώ να προσπαθώ να είμαι δημιουργικός, αλλά δεν βιάζομαι να βγάλω έναν δίσκο».
Αυτή η δήλωση δεν αποτελεί μία παραίτηση, αλλά μία δήλωση ελευθερίας. Ο Weller, που για δεκαετίες βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, φαίνεται να απολαμβάνει τον ρόλο του παρατηρητή και του συνεργάτη, αφήνοντας την προσωπική του δισκογραφία σε μία κατάσταση αναμονής. Η δημιουργικότητα για εκείνον δεν είναι μία μηχανή που πρέπει να δουλεύει ασταμάτητα για να τροφοδοτεί τα charts, αλλά μία ανάγκη που πρέπει να προκύπτει φυσικά.
«Περιμένω μέχρι να έρθει να με βρει, ξέρεις; Και τότε θα κάνω άλλον έναν, ενδεχομένως, ή δεν θα κάνω. Όπως και να έχει. Ναι, ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει», συμπλήρωσε, δίνοντας το στίγμα μιας σχεδόν στωικής προσέγγισης για το μέλλον του στη μουσική.
Ο Kennedy, παρατηρώντας αυτή την ανάγκη για χώρο, υπενθύμισε στον Weller και στο κοινό ότι αυτή ακριβώς η εσωτερική αναζήτηση ήταν που κάποτε οδήγησε στη γέννηση των The Style Council.
Ήταν η στιγμή που ο Paul Weller αποφάσισε να σπάσει τα δεσμά των The Jam και να εξερευνήσει νέα μονοπάτια, ανοίγοντας πόρτες που κανείς δεν περίμενε. Αυτή η αναφορά στο παρελθόν, ωστόσο, άνοιξε ένα άλλο, πιο σύνθετο κεφάλαιο στη συζήτηση: τη σχέση του Weller με την ίδια του την ιστορία και το βάρος της νοσταλγίας που τον ακολουθεί.
Για τον Paul Weller, το να μιλάει για το παρελθόν δεν ήταν πάντα μία ευχάριστη διαδικασία. Αντιθέτως, για πολλά χρόνια ήταν μία πηγή εκνευρισμού. Ο ίδιος εξομολογήθηκε ότι η εμμονή των δημοσιογράφων και των θαυμαστών με το συγκρότημα που τον ανέδειξε, τους The Jam, τον είχε κουράσει σε σημείο αποστροφής.
«Χρειάστηκαν περίπου 20, 30 χρόνια για να σταματήσουν οι άνθρωποι, οι συνεντεύξεις, να με ρωτούν πότε θα επανασυνδεθούν οι The Jam ή γιατί χωρίσαμε, ξέρεις;», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αυτή η συνεχής ανακύκλωση των ίδιων ερωτημάτων τον απέτρεπε από το να κοιτάξει πίσω με καθαρή ματιά. «Αυτό πάντα με αποθάρρυνε από το να μιλάω για το παρελθόν. Ήταν σε φάση, δεν μπορούμε απλώς να μιλήσουμε γι’ αυτό που κάνω τώρα;».
Ωστόσο, έχοντας πάρει την απαραίτητη απόσταση, ο Weller νιώθει σήμερα αρκετά ώριμος και σίγουρος ώστε να επιστρέφει στις παλιές του δουλειές χωρίς να αισθάνεται ότι αυτές τον πνίγουν. Ιδιαίτερη σημασία έχει για εκείνον η επανεκτίμηση των The Style Council, ενός σχήματος που, όπως παραδέχτηκε, είχε δεχτεί σφοδρή κριτική στην εποχή του.
«Με τον χρόνο και την ηλικία, δεν με πειράζει να μιλάω για αυτά τα πράγματα. Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό που κάναμε και χαίρομαι που, μετά από πολλά χρόνια, κερδίσαμε λίγο περισσότερο σεβασμό για το συγκρότημα, πραγματικά», δήλωσε.
Η πικρία για τον τρόπο που ο τύπος και οι κριτικοί είχαν αντιμετωπίσει τους The Style Council, ειδικά προς το τέλος της πορείας τους, είναι ακόμα αισθητή, αλλά πλέον συνοδεύεται από μία αίσθηση δικαίωσης. «Μας είχαν καταρακώσει πολύ, ειδικά προς το τέλος, ο τύπος και οι κριτικοί και τα λοιπά. Οπότε είναι ωραίο να το βλέπεις να επανεκτιμάται και να διαπιστώνεις ότι, στην πραγματικότητα, γίνονταν κάποια σπουδαία πράγματα εκεί», κατέληξε.
Αυτή η νέα φάση του Paul Weller, όπου η δημιουργία δεν είναι καταναγκαστικό έργο και το παρελθόν δεν είναι πλέον φυλακή αλλά πηγή υπερηφάνειας, μας δείχνει έναν καλλιτέχνη που έχει κερδίσει το δικαίωμα να ορίζει τους δικούς του όρους.
Είτε αποφασίσει να επιστρέψει στο στούντιο για έναν προσωπικό δίσκο αύριο, είτε σε πέντε χρόνια, το σίγουρο είναι ότι θα το κάνει επειδή έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Μέχρι τότε, η κληρονομιά του συνεχίζει να αναπνέει, να επανεκτιμάται και να εμπνέει, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική τέχνη δεν βιάζεται ποτέ.
