Ο Paul Weller εμπιστεύεται περισσότερο τους συνεργάτες του, με αφορμή την ειδική επανέκδοση του «Café Bleu» των The Style Council, και αναστοχάζεται τη διαδρομή από τους The Jam στην ώριμη σόλο πορεία του.
Ο Paul Weller δεν είναι πια ο αυστηρός «αρχιτέκτονας» που επέβαλλε κάθε λεπτομέρεια στα τραγούδια του. Σε ηλικία 67 ετών πλέον, με 18 προσωπικά άλμπουμ από το 1992 και πιο πρόσφατο το «Find El Dorado» (2025), δηλώνει ότι στο στούντιο λειτουργεί πιο ελεύθερα, δίνοντας χώρο στους μουσικούς γύρω του — ανάμεσά τους ο μακροχρόνιος κιθαρίστας του Steve Cradock των Ocean Colour Scene.
Με αφορμή την ειδική έκδοση – κουτί του «Café Bleu», του ντεμπούτου των The Style Council από το 1984, μιλά στο περιοδικό Uncut για το πώς άλλαξε η δημιουργική του φιλοσοφία και γιατί παραμένει περήφανος για μία από τις πιο θαρραλέες μεταμορφώσεις της βρετανικής pop.
«Λειτουργεί λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο και τώρα. Έχω ξεκάθαρες ιδέες για κάποια πράγματα, κι έπειτα αφήνεις τους άλλους να κάνουν το δικό τους», λέει ο Weller.
«Μάλλον είμαι πλέον πολύ πιο ελεύθερος σε αυτό. Παλιά ήμουν πολύ προστατευτικός με τα τραγούδια μου – “ξέρω πώς πρέπει να πάει, θέλω να είναι έτσι” – γινόμουν λίγο υπερβολικά κτητικός με αυτά. Αλλά γενικά… ξέρεις ότι θα πάει καλά», συνεχίζει.
Η παραδοχή δεν είναι μικρή για έναν καλλιτέχνη που σφράγισε τον βρετανικό ήχο σε τρεις διαφορετικές εποχές. Με τους The Jam, από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως το 1982, ο Weller ανανέωσε τον mod ήχο με ατσάλινες κιθάρες, πολιτικό ρεαλισμό και διαχρονικά single όπως το «Town Called Malice» και το «Going Underground».
Η απόφασή του να διαλύσει το συγκρότημα στο απόγειο της δημοφιλίας του τότε σόκαρε τους θαυμαστές. Όμως ο ίδιος επέλεξε να ανοίξει νέο κεφάλαιο με τους The Style Council, δίπλα στον οργανίστα Mick Talbot, αγκαλιάζοντας soul, jazz, pop και πιο εκλεπτυσμένες ενορχηστρώσεις — μια στροφή που επηρέασε καθοριστικά τη «sophisti-pop» της δεκαετίας του 1980 και τροφοδότησε τις κοινωνικές και πολιτικές του αναζητήσεις.
«Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν περισσότερο σαν κολεκτίβα, καθώς φέρναμε διαφορετικούς ανθρώπους για κάθε κομμάτι. Είχαμε ένα είδος μπάντας, αλλά αλλάζαμε πολύ μεταξύ μας. Το «Café Bleu» ήταν πολύ εκλεκτικό, το λιγότερο. Μετά από αυτό ήθελα έναν πιο “μπαντίστικο” ήχο, για να αποκτήσουμε μια συνολική ταυτότητα», θυμάται ο Weller για την εποχή του άλμπουμ που συστήνεται ξανά σήμερα σε ειδική έκδοση.
«Ως εναρκτήρια δήλωση, ήμουν ικανοποιημένος. Ο κόσμος είχε ανάμεικτα συναισθήματα γι’ αυτό, αλλά το περίμενα. Εμπορικά, τα πήγε μια χαρά», συμπληρώνει.
Η νέα κυκλοφορία του «Café Bleu» έρχεται ως αφορμή για να επανατοποθετηθεί αυτό το άλμπουμ στο πλαίσιο της διαδρομής του Weller: ένα θρασύ ντεμπούτο για τους The Style Council, που συνέδεσε jazz πινελιές με soul grooves και pop ευφυΐα, λειτουργώντας σαν μανιφέστο ελευθερίας μετά την αυστηρή, σφιχτή φόρμα των The Jam.
Το γεγονός ότι σήμερα ο ίδιος αναγνωρίζει την αξία της ομαδικής δημιουργίας φωτίζει το πώς εξελίχθηκε και ως σόλο καλλιτέχνης — από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με δουλειές που συνδύασαν βρετανικό τραγούδι συγγραφέα, ψυχεδελικό χρώμα, folk και soul, και που τον κράτησαν διαρκώς επίκαιρο.
Δεν είναι τυχαίο το προσωνύμιο «Modfather»: η επιρροή του απλώνεται από την Britpop έως τη σύγχρονη indie σκηνή, με γενιές μουσικών να αντλούν από την πειθαρχία του συνθέτη αλλά και από το θάρρος της ανανέωσης.
Στο σήμερα, η σταθερή του συντροφιά στο στούντιο και στη σκηνή —όπως ο Steve Cradock— δεν λειτουργεί απλώς εκτελεστικά, αλλά δημιουργικά: ο Paul Weller δίνει πια χώρο, εμπιστεύεται το ένστικτο του συνόλου και χτίζει ήχους που αναπνέουν.
Αυτή η μετατόπιση, από τον απόλυτο έλεγχο στη συλλογική ευρηματικότητα, είναι ίσως το κλειδί της ανθεκτικότητάς του στο χρόνο.
Καθώς το «Café Bleu» αποκτά νέα ζωή μέσα από την ειδική έκδοση, ο Weller μοιάζει να κλείνει το μάτι σε όλη του την πορεία: από το νεανικό θράσος των The Jam και την κομψή ρήξη των The Style Council μέχρι την ώριμη σόλο φάση της πολυετούς καριέρας του.
Αν κάτι προκύπτει καθαρά από τα λόγια του, είναι ότι η περιέργεια και η εμπιστοσύνη παραμένουν οι αληθινές μηχανές της δημιουργίας του — και αυτό κάνει την επόμενη του κίνηση εξίσου ενδιαφέρουσα με την αναδρομή.
