Ενώ ετοιμάζονται για τις sold-out συναυλίες τους, οι Radiohead μιλούν για την απουσία νέας μουσικής, τις εσωτερικές διαφωνίες και την πολιτική διαμάχη που τους ακολουθεί.
Η σιωπή σπάει. Μετά από επτά ολόκληρα χρόνια από την τελευταία τους ζωντανή εμφάνιση, οι Radiohead επιστρέφουν στη σκηνή, προκαλώντας ένα κύμα ενθουσιασμού που απλώνεται από τη Μαδρίτη και την Μπολόνια μέχρι το Λονδίνο, την Κοπεγχάγη και το Βερολίνο.
Τα εισιτήρια για τις πολυαναμενόμενες εμφανίσεις τους, που θα πραγματοποιηθούν μεταξύ 4 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου, εξαντλήθηκαν εν ριπή οφθαλμού, μία εκκωφαντική απόδειξη ότι η λαχτάρα του κοινού για την πιο αινιγματική μπάντα της γενιάς της παραμένει άσβεστη.
Αυτές θα είναι οι πρώτες συναυλίες των Radiohead από το τέλος της παγκόσμιας περιοδείας για το άλμπουμ «A Moon Shaped Pool» το 2018, με την 77η και τελευταία παράσταση εκείνου του ταξιδιού να έχει λάβει χώρα στο Wells Fargo Center της Φιλαδέλφειας.
Από την κυκλοφορία εκείνου του άλμπουμ, το 2016, επικρατεί απόλυτη ησυχία στο μέτωπο της νέας μουσικής. Έτσι, το ερώτημα που καίει τα χείλη εκατομμυρίων θαυμαστών είναι αναπόφευκτο: θα υπάρξουν άραγε νέα τραγούδια των Radiohead;
Σε πρόσφατη συνέντευξή τους στους The Times, το συγκρότημα αντιμετώπισε κατά μέτωπο αυτή την ερώτηση. Η απάντηση του Jonny Greenwood ήταν αποστομωτική στην ειλικρίνειά της: «Δεν ξέρω». Ο Thom Yorke, από την πλευρά του, πρόσθεσε μία διάσταση σχεδόν υπαρξιακής έκπληξης: «Δεν έχουμε σκεφτεί πέρα από την περιοδεία. Είμαι απλώς έκπληκτος που φτάσαμε μέχρι εδώ».
Μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, ο μπασίστας Colin Greenwood είχε αφήσει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, δηλώνοντας: «Νομίζω ότι θα είναι η πρώτη φορά που θα κάνουμε συναυλίες χωρίς να έχουμε να παίξουμε νέο υλικό που το δουλεύουμε ακόμα. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να προκύψει κάτι, ή όχι, ή οτιδήποτε».
Πέρα από τη σπαρακτική αβεβαιότητα για το μέλλον, η μπάντα μοιράστηκε και συναρπαστικές λεπτομέρειες για τις επερχόμενες εμφανίσεις.
Επιβεβαίωσαν ότι οι συναυλίες θα πραγματοποιηθούν σε κυκλική σκηνή, δημιουργώντας μία πιο άμεση και καθηλωτική εμπειρία. Αποκάλυψαν επίσης ότι έχουν περιορίσει τον τεράστιο κατάλογο τραγουδιών τους σε μία προεπιλογή περίπου 65 τραγουδιών, τα οποία, όπως είπε ο Greenwood, «μαθαίνουμε όλοι μανιωδώς».
Η τελική επιλογή, ωστόσο, παραμένει μία δυναμική διαδικασία. Οι Thom Yorke, Ed O’Brien και Philip Selway λειτουργούν ως η «επιτροπή του setlist», αποφασίζοντας τη λίστα των τραγουδιών λίγες μόλις ώρες πριν από την έναρξη κάθε συναυλίας, διαβεβαιώνοντας τους θαυμαστές ότι τα setlists θα αλλάζουν από βραδιά σε βραδιά. «Έχουμε πάρα πολλά τραγούδια», σχολίασε λακωνικά ο Yorke.
Γιατί όμως χρειάστηκε τόσο πολύς χρόνος για να ξαναβρεθούν μαζί στη σκηνή; «Υποθέτω πως ο μηχανισμός χάλασε κάπως, οπότε έπρεπε να σταματήσουμε», εξήγησε ο Yorke. «Υπήρχαν πολλά στοιχεία. Οι συναυλίες είχαν υπέροχη αίσθηση, αλλά ήταν σαν να λέμε, “ας σταματήσουμε τώρα πριν πέσουμε από αυτόν τον γκρεμό”».
Η συνέντευξη, όμως, δεν περιορίστηκε στη μουσική. Τα μέλη του συγκροτήματος αναφέρθηκαν και στις διαμάχες που έχουν προκύψει από τη στάση τους απέναντι στη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ένα θέμα που, όπως είπε ο Yorke, «τον ξυπνάει τα βράδια». Ο ίδιος χαρακτήρισε την κριτική που δέχονται ως «ένα χαμηλού επιπέδου κυνήγι μαγισσών αλά Arthur Miller».
Το συγκρότημα είχε επικριθεί έντονα για τη συναυλία που έδωσε στο Τελ Αβίβ το 2017, ο Thome Yorke είχε μία έντονη αντιπαράθεση με έναν διαδηλωτή σε μία σόλο εμφάνισή του στη Μελβούρνη το 2024, και ο Jonny Greenwood έχει δεχθεί επιθέσεις για τη συνεργασία και τις ζωντανές εμφανίσεις του με τον Ισραηλινό μουσικό Dudu Tassa.
Ερωτηθείς αν οι Radiohead θα εμφανίζονταν ξανά στο Ισραήλ, ο Yorke ήταν κατηγορηματικός: «Απολύτως όχι». Ο Greenwood, ωστόσο, «διαφώνησε ευγενικά» μαζί του, χαρακτηρίζοντας την αντίδραση ως «την ενσάρκωση της αριστεράς» και προσθέτοντας: «Η αριστερά ψάχνει για προδότες, η δεξιά για προσηλύτους και είναι θλιβερό το γεγονός ότι εμείς είμαστε ό,τι πιο κοντινό μπορούν να βρουν».
Από την άλλη πλευρά, το κίνημα BDS (Boycott, Divestment and Sanctions) υποστηρίζει ότι η «συνένοχη σιωπή» του συγκροτήματος και η υποστήριξη Ισραηλινών καλλιτεχνών κατά τη διάρκεια της «γενοκτονίας κατά των Παλαιστινίων στη Γάζα» θα έπρεπε να οδηγήσει σε μποϊκοτάζ των επερχόμενων συναυλιών τους.
Οι επερχόμενες συναυλίες δεν θα είναι απλώς μία γιορτή του παρελθόντος, αλλά ένα ζωντανό πορτρέτο ενός συγκροτήματος που παλεύει με την κληρονομιά του, την καλλιτεχνική ταυτότητά του και τη θέση του μέσα σε μία ταραγμένη πραγματικότητα, αποδεικνύοντας ότι, για τους Radiohead, η μουσική δεν υπήρξε ποτέ μία εύκολη απάντηση, αλλά ένα διαρκές, βασανιστικό ερώτημα.
