Το Regent Sounds Studio, ένας χώρος – ορόσημο στο Λονδίνο, σφραγισμένος για δεκαετίες, αναβιώνει ως προσκύνημα για τους λάτρεις του rock’n’roll, της jazz και των blues, διατηρώντας ζωντανή την ψυχή μιας ολόκληρης εποχής.
Το στούντιο ηχογράφησης Regent Sounds, στην περίφημη «Tin Pan Alley» του Λονδίνου, υπήρξε το θρυλικό καταφύγιο για μουσικούς-τιτάνες όπως ο Jimi Hendrix, ο David Bowie και οι Rolling Stones, από τη δεκαετία του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αφού παρέμεινε σφραγισμένο και βυθισμένο στη σιωπή για δεκαετίες, ο χώρος αυτός ζωντανεύει και πάλι.
Όπως αποκαλύπτει ο Guardian, μία επένδυση πολλών εκατομμυρίων λιρών πρόκειται να το μετατρέψει σε ένα εμβληματικό ορόσημο για το rock’n’roll, την jazz και τα blues.
Σε αυτόν τον χώρο, τον οποίο ο Pete Townshend των The Who είχε κάποτε περιγράψει ως «ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορίας του rock», τα περισσότερα από τα αυθεντικά δομικά στοιχεία – οι τοίχοι, τα πλακάκια, ακόμη και μέρος του εξοπλισμού ηχογράφησης– έχουν διατηρηθεί με σεβασμό.
Μια πολύτιμη συλλογή ενθυμημάτων ήρθε στο φως και θα εκτεθεί στον χώρο της Denmark Street, της οδού που έγινε γνωστή ως «Tin Pan Alley» και αποτέλεσε το ιστορικό κέντρο των μουσικών εκδοτών, των καταστημάτων οργάνων και των τραγουδοποιών από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Ανάμεσα στα εκθέματα, θα δεσπόζει η θρυλική κιθάρα Gibson του T-Bone Walker από το 1949 – το όργανο – κλειδί που σηματοδότησε την έναρξη της μουσικής επανάστασης της δεκαετίας του ’50, εμπνέοντας από τον Chuck Berry και τον BB King μέχρι τον Keith Richards.
Το κατάστημα κιθαρών Regent Sounds, που στεγάζεται στο ίδιο κτήριο του 18ου αιώνα, έχει ήδη τετραπλασιάσει το μέγεθός του, προσφέροντας πλέον ηχομονωμένους χώρους όπου το κοινό μπορεί να δοκιμάσει μουσικά όργανα χωρίς να ενοχλεί ή να ενοχλείται.
Το κατάστημα ανοίγει ξανά τις πύλες του άμεσα, μετά από μία συνολική επένδυση που αγγίζει τα 6 εκατομμύρια λίρες. Οι εργασίες στο ίδιο το στούντιο δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει, αλλά προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέσα στον επόμενο χρόνο.
Μέσα στους τοίχους του Regent Sounds, το 1967, οι Beatles ηχογράφησαν το «Fixing a Hole», ένα κομβικό τραγούδι του εμβληματικού τους άλμπουμ «Sgt Pepper’s Lonely Hearts Club Band».
Ο Paul McCartney είχε αφηγηθεί το απρόοπτο περιστατικό που συνέβη εκείνη την ημέρα, όταν κάποιος εμφανίστηκε στην πόρτα ισχυριζόμενος ότι ήταν ο Ιησούς Χριστός: «Είπα: “Καλύτερα να μπεις τότε”. Σκέφτηκα, μάλλον δεν είναι… αλλά αν είναι, εγώ δεν θα τον διώξω! Του είπα να κάτσει ήσυχα σε μία γωνιά. Τον σύστησα στα παιδιά: “Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός”. Γελάσαμε λίγο».
Οι Rolling Stones ηχογράφησαν εκεί την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, το «Not Fade Away». Ο Keith Richards θυμόταν χαρακτηριστικά: «Κάναμε τα πρώτα μας δισκάκια σε μία Revox δύο καναλιών, σε ένα δωμάτιο που είχαμε μονώσει με κουτιά αυγών».
Οι Kinks, οι Genesis και οι Eagles ήταν μερικά μόνο από τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν τον ήχο μιας ολόκληρης γενιάς μέσα από τις ηχογραφήσεις τους στο Regent Sounds.
Ο Patrick Racz, ένας από τους σημερινούς συνιδιοκτήτες του Regent Sounds, δήλωσε πως ο χώρος δεν είναι τίποτα λιγότερο από «ιερή γη». «Εδώ ακριβώς στεκόταν ο Hendrix όταν ηχογραφούσε. Εδώ ήταν οι Stones και ο David Bowie. Πατάς στα ίχνη γιγάντων».
Ο Racz έκανε την περιουσία του ως εφευρέτης: δημιούργησε τη βρύση «Triflow», την πρώτη τριπλή βρύση στον κόσμο που παρείχε ζεστό, κρύο και φιλτραρισμένο νερό, καθώς και την τεχνολογία πίσω από το «SmartFlash», ένα σύστημα για ασφαλείς διαδικτυακές λήψεις, πληρωμές και διανομή περιεχομένου.
Η επένδυση περιλαμβάνει επίσης μία συνεργασία με τη Nikon για την ανάπτυξη τεχνολογίας πιστοποίησης αυθεντικότητας μουσικών οργάνων, την οποία ο Racz χαρακτηρίζει «επαναστατική», καθώς επιτρέπει τη σάρωση των οργάνων με πρωτοφανή ακρίβεια.
Μια λαμπερή εκδήλωση αυτή την εβδομάδα γιορτάζει την «αναγέννηση» του Regent Sounds, παράλληλα με την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του Tony Bacon με τίτλο «Electric Blues! T-Bone Walker and the Guitar That Started It All».
Ο Bacon εκτίμησε ότι το Regent Sounds μπορεί να εξελιχθεί σε Μέκκα για τους απανταχού φίλους του rock’n’roll: «Είναι πραγματικά ένας εκπληκτικός τόπος. Χωρίς το ταλέντο του T-Bone Walker δύσκολα θα είχαμε την άνθιση του rock’n’roll από καλλιτέχνες όπως οι Rolling Stones ή ο Jimi Hendrix, των οποίων τα βήματα καθιστούν το Regent Sounds χώρο προσκυνήματος για τους μουσικόφιλους».
Ο Racz πρόσθεσε μία εικόνα από την καθημερινότητα του χώρου: «Σχεδόν κάθε μέρα περνούν από εδώ 30 έως 50 γκρουπ ανθρώπων για να βγάλουν φωτογραφίες την πρόσοψη. Έρχονται από όλο τον κόσμο. Είναι σαν τελετή μύησης».
Ο Crispin Weir, επίσης συνιδιοκτήτης, θυμήθηκε γιατί το στούντιο ήταν τόσο δημοφιλές στην εποχή του: «Ήταν ένα φτηνό στούντιο, αλλά με εξαιρετικό ήχο. Στα περισσότερα έπρεπε να πληρώσεις τριπλάσια ή τετραπλάσια τιμή για να ηχογραφήσεις».
Υπενθύμισε, επίσης, ότι πολλά στούντιο αναγκάστηκαν να κλείσουν με την άνοδο της ψηφιακής ηχογράφησης, όταν οι μουσικοί απέκτησαν τη δυνατότητα να δουλεύουν από το σπίτι τους με πολύ μικρότερο κόστος. «Τώρα όμως», παρατήρησε, «οι άνθρωποι βρίσκουν ξανά γοητευτικό το να πηγαίνουν σε ένα στούντιο».
Το Regent Sounds θα λειτουργήσει και πάλι ως ένα αμιγώς αναλογικό στούντιο, χρησιμοποιώντας τον αυθεντικό εξοπλισμό που είχαν στα χέρια τους ο Hendrix και οι υπόλοιποι – εκτός, βέβαια, από τα κουτιά αυγών που κάποτε κρέμονταν από το ταβάνι για ηχομόνωση.
«Υπάρχει μία χημεία όταν παίζεις με τους άλλους μουσικούς όλοι μαζί, είναι δύσκολο να πετύχεις το ίδιο συναίσθημα όταν ηχογραφείς τα πάντα ξεχωριστά», κατέληξε.
Η αναβίωση του Regent Sounds δεν είναι απλώς μία νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν, είναι μία ζωντανή απόδειξη της διαχρονικής σημασίας που έχουν οι φυσικοί χώροι στη δημιουργία της τέχνης.
Σε μία εποχή ψηφιακής παραγωγής και αψεγάδιαστης τελειότητας, το εγχείρημα αυτό επαναβεβαιώνει την αξία της συλλογικής ενέργειας, της «χημείας» για την οποία μίλησε ο Crispin Weir.
Είναι μία δέσμευση ότι οι απόηχοι του Hendrix, των Stones και του Bowie δεν θα επιβιώνουν μόνο μέσα από τις ηχογραφήσεις, αλλά θα συνεχίσουν να εμπνέουν νέες γενιές, μέσα στα ίδια τα δωμάτια όπου γεννήθηκε η μαγεία.
