Στο τρίτο προσωπικό άλμπουμ της, η Kim Gordon στρέφεται σε πυκνά ηλεκτρονικά beats και μία καυστική ματιά στον κόσμο των δισεκατομμυριούχων, της τεχνητής νοημοσύνης και της σύγχρονης πολιτικής παράνοιας.
Η Kim Gordon κυκλοφόρησε σήμερα το τρίτο προσωπικό άλμπουμ της με τίτλο «PLAY ME», μέσω της Matador Records, ένα έργο που φέρνει την εμβληματική μορφή της εναλλακτικής rock σε ένα νέο, απρόβλεπτο ηχητικό πεδίο. Σε ηλικία 72 ετών, η Gordon παρουσιάζει έναν δίσκο που εξερευνά με σαρκασμό και ένταση την εποχή των δισεκατομμυριούχων, την άνοδο μιας νέας τεχνοκρατικής εξουσίας και την πολιτισμική ισοπέδωση που συνοδεύει την ψηφιακή καθημερινότητα.
Στον πυρήνα του «PLAY ME» βρίσκεται μία ιδέα που διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ: οι «παράπλευρες απώλειες» μιας κοινωνίας όπου η οικονομική δύναμη και η τεχνολογία συγκεντρώνονται σε όλο και λιγότερα χέρια.
Η Kim Gordon μετατρέπει αυτά τα θέματα σε υλικό για ένα μουσικό σύμπαν γεμάτο ειρωνεία, μαύρο χιούμορ και διάχυτη ανησυχία. Οι στίχοι παρατηρούν την κατεδάφιση της δημοκρατίας, τον τεχνοκρατικό φασισμό των τελευταίων ετών και την αίσθηση πολιτισμικής αδράνειας που συχνά συνοδεύει τα «chill-vibes» της τεχνητής νοημοσύνης.
Παρότι το βλέμμα της συχνά στρέφεται προς τα έξω, το «PLAY ME» λειτουργεί ταυτόχρονα ως προσωπικό ημερολόγιο. Η συναισθηματική ένταση εμφανίζεται μέσα από δυναμικά jams, ενώ η Gordon αποφεύγει τις απόλυτες απαντήσεις. Προτιμά μία διαρκή διερεύνηση, μία κίνηση σκέψης που διατηρεί το έργο της σε συνεχή μεταμόρφωση.
Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, η Gordon παρουσίασε το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ μαζί με ένα μουσικό βίντεο σε σκηνοθεσία του Barney Clay. Η κυκλοφορία αυτή ήρθε μετά από δύο singles που προετοίμασαν το έδαφος για τον δίσκο.
Το «DIRTY TECH» εξερευνά τη σύγκρουση ισχύος ανάμεσα στους ανθρώπους και τις μηχανές. Το video clip σκηνοθετήθηκε από τη Moni Haworth και γυρίστηκε σε ένα εγκαταλελειμμένο εταιρικό γραφείο, ένα περιβάλλον που ενισχύει την αίσθηση αποξένωσης που διαπερνά το τραγούδι.
Το «NOT TODAY», το πρώτο κομμάτι του άλμπουμ, συνοδεύτηκε από μία ταινία μικρού μήκους που σκηνοθέτησαν οι Kate και Laura Mulleavy, ιδρύτριες του οίκου μόδας Rodarte. Διευθυντής φωτογραφίας ήταν ο Christopher Blauvelt.
Οι Mulleavy και ο Blauvelt μίλησαν στο Harper’s Bazaar για τη δημιουργική διαδικασία πίσω από το βίντεο, περιγράφοντας πώς η αισθητική του έργου προέκυψε μέσα από μία συνεργασία που κινήθηκε ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη μουσική.
=
Παράλληλα με την κυκλοφορία του άλμπουμ, η Gordon ανακοίνωσε και μία νέα σειρά συναυλιών στη Βόρεια Αμερική για την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η περιοδεία περιλαμβάνει εμφάνιση στο Sid The Cat του Λος Άντζελες στις 2 Απριλίου, καθώς και συναυλίες σε πόλεις όπως το Σικάγο, το Ντένβερ, τη Μινεάπολη, το Σαν Φρανσίσκο και το Βανκούβερ. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης τις ήδη ανακοινωμένες ημερομηνίες για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, με εμφανίσεις σε φεστιβάλ και αυτόνομες συναυλίες την άνοιξη.
Η πορεία που οδήγησε στο «PLAY ME» έχει τη δική της σημασία. Η Gordon ανήκει σε εκείνη τη μικρή κατηγορία καλλιτεχνών που άλλαξαν το τοπίο της σύγχρονης μουσικής αρκετές φορές μέσα στην ίδια τους την καριέρα. Με τους Sonic Youth, επί δεκαετίες, διαμόρφωσε ένα από τα πιο επιδραστικά κεφάλαια της εναλλακτικής rock.
Πολλοί στη θέση της θα επέλεγαν να διατηρήσουν μία απόσταση, αφήνοντας το παρελθόν να λειτουργεί ως μόνιμο σημείο αναφοράς. Η Gordon όμως ξεκίνησε τη σόλο πορεία της μόλις το 2019 και συνεχίζει να πειραματίζεται χωρίς αναστολές.
Το πρώτο της άλμπουμ, «No Home Record», κινήθηκε σε ένα εννοιολογικό και σατιρικό κιθαριστικό rock περιβάλλον. Το «The Collective» του 2024 εξερεύνησε πιο έντονα την πειραματική trap. Το «PLAY ME» φέρνει μία ακόμη στροφή: έναν κόσμο γεμάτο beats, πυκνή ατμόσφαιρα και ηλεκτρονικές υφές που αρχικά ξαφνιάζουν, όμως αποκαλύπτουν μία απροσδόκητη συνοχή.
Το άλμπουμ ανοίγει χωρίς το παραμικρό κιθαριστικό riff. Στο ομώνυμο κομμάτι, η Gordon κινείται πάνω σε ένα χαλαρό, «streetwise» trip‑hop μοτίβο. Η ροή της θυμίζει ελεύθερο εσωτερικό μονόλογο, μία ρυθμική αφήγηση που οδηγεί σε μία σειρά από «make out jams». Στους στίχους της εμφανίζεται ως «neon cowgirl», υποσχόμενη «spring pop, chill vibes, feel free».
Ο ήχος του δίσκου διαμορφώθηκε σε συνεργασία με τον παραγωγό Justin Raisen, γνωστό για τη δουλειά του με καλλιτέχνες όπως οι Lil Yachty, Charli XCX, Sky Ferreira και Kid Cudi. Μαζί διαμόρφωσαν ένα ηχητικό περιβάλλον όπου τα μεγάλα beats και η έντονη ατμόσφαιρα κυριαρχούν.
Στο «Black Out», ένα κομμάτι με έντονη χιπ‑χοπ ενέργεια, η Gordon κινείται μέσα στο χάος της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης και της πολιτικής πόλωσης γύρω από τον Donald Trump. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δηλώνει: «Όλο αυτό το κόκκινο, λευκό και μπλε δεν μπορεί να αναπαράγει τη δική μου οπτική».
Το «Dirty Tech» προσφέρει μία χορευτική αλλά σκοτεινή ματιά στην εργασιακή ζωή σε ένα περιβάλλον τεχνοκρατικής κυριαρχίας. Στο «Square Jaw» η Gordon στρέφεται ευθέως εναντίον της κουλτούρας των λεγόμενων «tech bros», φτάνοντας να απευθύνει μία συμβολική απειλή για «sucker punch» στον Elon Musk και σε ό,τι αντιπροσωπεύει αυτή η μορφή τεχνολογικής ισχύος μέχρι τον Άρη.
Καθώς το άλμπουμ προχωρά, η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα πιο κλειστοφοβική. Οι ήχοι αποκτούν ένταση και οι στίχοι θυμίζουν αποσπασματικές σκέψεις ενός μυαλού που έχει χαθεί μέσα στο ατελείωτο «doomscrolling». Το αίσθημα αυτό κορυφώνεται στο «Post Empire» και στο κλείσιμο με το «BYE BYE 25!».
Το τελευταίο λειτουργεί ως επανεπεξεργασία του παράφωνου εναρκτήριου κομματιού από το «The Collective». Στη νέα του μορφή εμπλουτίζεται με μία σειρά λέξεων και ιδεών που βρέθηκαν στο στόχαστρο της πολιτικής ρητορικής του Trump. Η Gordon τις παραθέτει σχεδόν σαν κατάλογο: «Diversity, tribal, transgender, Hispanic, green, fluoride, female».
Ένα από τα πιο απρόσμενα σημεία του άλμπουμ βρίσκεται στο «Busy Bee». Εκεί εμφανίζεται ο Dave Grohl στα ντραμς, σε έναν ρόλο που δύσκολα αναγνωρίζεται. Ο ήχος των ντραμς έχει υποστεί εκτεταμένη επεξεργασία, χτισμένος πάνω σε ένα επιταχυνόμενο sample από την εποχή που η Kim Gordon και η Julia Cafritz — συνεργάτιδά της στους Free Kitten — παρουσίαζαν το «MTV’s Beach House» τη δεκαετία του ’90.
Η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει τη βασική ιδέα του άλμπουμ: το παρελθόν μπορεί να τεμαχιστεί και να ανασυντεθεί ώστε να φωτίσει διαφορετικά το παρόν.
Στον κόσμο του «PLAY ME», τα θραύσματα της μνήμης, της πολιτικής και της καθημερινότητας μετατρέπονται σε υλικό για έναν δίσκο που παρατηρεί την εποχή με οξύτητα. Η Kim Gordon συνεχίζει να λειτουργεί ως μία ανήσυχη παρουσία στη μουσική σκηνή, μετακινώντας διαρκώς τα όρια της δικής της διαδρομής.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία αυτού του άλμπουμ. Σε μία περίοδο όπου πολλά μουσικά ονόματα επαναλαμβάνουν τις ίδιες συνταγές, η Gordon επιλέγει τον δρόμο της εξερεύνησης. Όταν ο κόσμος μοιάζει να διαλύεται σε κομμάτια, το «PLAY ME» δείχνει έναν τρόπο να τα ενώσεις ξανά — έστω και με έναν παράξενο, απρόβλεπτο ρυθμό.
