Ο David Ball, συνιδρυτής των Soft Cell έφυγε στα 66 του, αφήνει πίσω του έναν ήχο που σημάδεψε την pop μουσική και θα συγκινεί για πάντα.
Ο David Ball, ο μουσικός οραματιστής και το έτερον ήμισυ του πρωτοποριακού synth-pop ντουέτου των ‘80s, Soft Cell, άφησε την τελευταία του πνοή την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου από φυσικά αίτια σε ηλικία 66 ετών. Ήταν ο αρχιτέκτονας πίσω από τον ήχο που έκανε την κλασική διασκευή τους στο «Tainted Love» του 1981 έναν αιώνιο ύμνο της new wave, ένα τραγούδι που χαρακτήρισε την αισθητική του MTV και έγινε παγκόσμια επιτυχία.
«Θα τον αγαπούν για πάντα οι θαυμαστές των Soft Cell που λατρεύουν τη μουσική του, και η μουσική και η μνήμη του θα ζήσουν για πάντα», δήλωσε συντετριμμένος ο τραγουδιστής των Soft Cell, Marc Almond. «Κάθε δεδομένη στιγμή, κάποιος κάπου στον κόσμο θα αντλεί ευχαρίστηση από ένα τραγούδι των Soft Cell. Σε ευχαριστώ Dave που υπήρξες ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου και για τη μουσική που μου έδωσες. Δεν θα ήμουν εδώ που είμαι χωρίς εσένα».
Όταν οι Soft Cell αρχικά διαλύθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, ο David Ball δεν έμεινε αδρανής. Σχημάτισε το ηλεκτρονικό χορευτικό σχήμα The Grid μαζί με τον Richard Norris, δημιουργώντας το 1994 την παγκόσμια επιτυχία «Swamp Thing».
«Ο Dave υπήρξε ένα τεράστιο μέρος της μουσικής μου ζωής για πολλά χρόνια», ανέφερε σε δήλωσή του ο Norris. «Το να είσαι σε ένα ντουέτο με κάποιον είναι διαφορετικό από το να είσαι σε μία μπάντα: ο δεσμός είναι πολύ ισχυρός. Έτσι ήταν και με εμάς. Περάσαμε μαζί τόσες πολλές αξιοσημείωτες, εξαιρετικές, ζωογόνες εμπειρίες. Σε ευχαριστώ, Dave. Ευχαριστώ για τις καλές στιγμές, το ατελείωτο γέλιο, την ακλόνητη φιλία σου. Πάνω απ’ όλα, σε ευχαριστώ για τη μουσική».
Οι Soft Cell γεννήθηκαν όταν ο Ball και ο Almond συναντήθηκαν ως φοιτητές τέχνης στο Πολυτεχνείο του Leeds το 1977. Πριν καν γίνουν φίλοι, ο Ball γνώριζε τη φήμη του Almond στην πανεπιστημιούπολη ως ενός τολμηρού performance artist.
«Το βασικό του έργο ονομαζόταν “Mirror Fucking”», θυμήθηκε ο Ball σε συνέντευξή του στον Guardian το 2017. «Στεκόταν γυμνός μπροστά σε έναν ολόσωμο καθρέφτη, καλυπτόταν με γατοτροφή και “αυνανιζόταν”. Προκάλεσε μεγάλη αντίδραση. Είχε ακούσει εμένα να βγάζω ηλεκτρονικούς ήχους από ένα συνθεσάιζερ και μου ζήτησε να γράψω μουσική για τις παραστάσεις του. Αυτές εξελίχθηκαν σε κανονικά τραγούδια. Όλοι στο Λιντς άκουγαν καταθλιπτικά πράγματα, αλλά εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι πιο αισιόδοξο».
Οι πρώτες τους συναυλίες δόθηκαν στο Leeds Warehouse, όπου ο Almond δούλευε στην γκαρνταρόμπα. «Έτσι έγινε η αρχή, στην πραγματικότητα», είπε ο Ball στη Yorkshire Evening Post το 2021. «Νομίζαμε ότι ήμασταν εκατομμυριούχοι! Είπαμε, “κοίτα να δεις, μπορούμε όντως να βγάλουμε χρήματα από αυτό”».
Η μητέρα του Ball τους δάνεισε 400 λίρες για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους EP «Mutant Moments» το 1980. Την ίδια χρονιά, έπαιξαν στο Futurama Festival. Στα παρασκήνια, ο Ball έδωσε στα κρυφά ένα αντίγραφο του EP στον DJ John Peel του BBC Radio 1. Εκείνος το έπαιξε στον αέρα. Σύντομα, υπέγραψαν συμβόλαιο με την ανεξάρτητη εταιρεία Some Bizarre. «Αυτή ήταν η αρχή, πραγματικά», θυμόταν ο Ball. «Μετά, ο δρόμος έγινε πολύ μακρύς και δύσβατος».
Μια κομβική στιγμή σε αυτόν τον δύσβατο δρόμο συνέβη όταν ο Marc Almond άκουσε τον DJ στο Warehouse να παίζει το «Tainted Love», ένα κομμάτι που είχε αρχικά ηχογραφήσει το 1964 η soul τραγουδίστρια Gloria Jones. Ο Ball και ο Almond αποφάσισαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή στο κλασικό τραγούδι. «Όταν ξεκινήσαμε τη δική μας εκδοχή, ακουγόταν στριφνή και παράξενη», είχε πει ο Ball στον Guardian. «Αυτό μας ταίριαζε. Ήμασταν ένα παράξενο ζευγάρι: ο Marc, αυτός ο γκέι τύπος με το μακιγιάζ, κι εγώ, ένας μεγαλόσωμος άντρας που έμοιαζε με σωματοφύλακα».
Το «Tainted Love» κυκλοφόρησε μόλις λίγες εβδομάδες πριν το MTV βγει στον αέρα, το καλοκαίρι του 1981. Η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Το νεοσύστατο δίκτυο διψούσε για περιεχόμενο και έπαιζε το βίντεό τους ασταμάτητα. Το τραγούδι εκτοξεύτηκε στο Νο. 1 σε ολόκληρο τον πλανήτη, οδηγώντας τις πωλήσεις του εμβληματικού τους πρώτου δίσκου «Non-Stop Erotic Cabaret».
Τα επόμενα singles τους, «Bedsitter», «Say Hello, Wave Goodbye», «Torn» και «What», έγιναν τεράστιες επιτυχίες στη Βρετανία, αλλά είχαν μικρή απήχηση στην Αμερική. Οι Soft Cell έκαναν μία παύση το 1984, έχοντας κυκλοφορήσει μόλις δύο ακόμη άλμπουμ. Η νοσταλγία για τη δεκαετία του ’80, όμως, τους έφερε ξανά κοντά το 2000.
Το ντουέτο έγινε σταθερή παρουσία σε φεστιβάλ σε όλη την Ευρώπη και κυκλοφόρησε τα άλμπουμ «Cruelty Without Beauty» το 2002 και «Happiness Not Included» το 2022. Η πιο πρόσφατη συναυλία τους πραγματοποιήθηκε στις 16 Αυγούστου στο Rewind Festival στην Αγγλία. Επιπλέον, είχαν μόλις ολοκληρώσει ένα νέο άλμποτμ. «Είναι τόσο λυπηρό, καθώς το 2026 ήταν προγραμματισμένο να είναι μία τόσο αισιόδοξη χρονιά γι’ αυτόν, και παρηγορούμαι από το γεγονός ότι άκουσε τον τελειωμένο δίσκο και ένιωσε ότι ήταν ένα σπουδαίο έργο», λέει ο Almond. «Η μουσική του Dave είναι καλύτερη από ποτέ».
«Ήταν μία υπέροχα λαμπρή μουσική ιδιοφυΐα και οι δυο μας κάναμε ένα ταξίδι μαζί για σχεδόν 50 χρόνια», συνεχίζει ο Marc Almond στον συγκινητικό του αποχαιρετισμό. «Στην αρχή, ήμασταν αποκρουστικοί και δύσκολοι, δύο εριστικοί φοιτητές τέχνης που ήθελαν να κάνουν τα πράγματα με τον δικό τους τρόπο, ακόμα κι αν ήταν ο λάθος τρόπος. Ήμασταν αφελείς και κάναμε λάθη, αν και ποτέ δεν τα είδαμε έτσι. Ήταν όλα μέρος της περιπέτειας. Ο Dave κι εγώ ήμασταν πάντα σαν τη μέρα με τη νύχτα, αλλά ίσως γι’ αυτό η χημεία μεταξύ μας λειτουργούσε τόσο καλά».
Ο θάνατος του David Ball δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος μιας καριέρας, αλλά και ενός από τους πιο επιδραστικούς ήχους της σύγχρονης pop. Ήταν ο σιωπηλός αρχιτέκτονας πίσω από τη δραματική φωνή του Marc Almond, ένας μάγος των συνθεσάιζερ που μετέτρεψε τη μελαγχολία σε χορευτική έκσταση και απέδειξε ότι η ηλεκτρονική μουσική μπορούσε να έχει ψυχή, πάθος και μία επικίνδυνη, ακαταμάχητη γοητεία. Η κληρονομιά του δεν είναι απλώς ένα τραγούδι, αλλά ένα ολόκληρο ηχητικό τοπίο που θα συνεχίσει να εμπνέει και να συγκινεί για πάντα.
